Ιστορία

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

Η γερμανική σταυροφορία του 1189/1190 μ.Χ, η διάβαση στη Μικρά Ασία. (Μέρος Β')

 Κείμενο του Ηλία Αναγνωστάκη. 

2 Απριλίου 1190: 

"Μετά απο τρεις μέρες πορεία μέσα στη χώρα των Ελλήνων, που λέγεται Βιθυνία και Φρυγία, μέσα από ορεινούς και δύσκολους δρόμους, φτάσαμε σε μια πόλη που λέγονται Πηγές, και που κατοικείται από Λατίνους" (Προφανώς υπήρχε Βενετική η Αμαλφιτανή παροικία εμπόρων εκεί, λόγω της γενικώς φιλολατινικής διακυβέρνησης του Μανουήλ Α' Κομνηνού ειδικά μετά το 1160- εντύπωση όμως προκαλεί το γεγονός πως υπήρχε ολόκληρη παροικία Λατίνων τόσο κοντά στην Κωνσταντινούπολη, ειδικά μετα τη σφαγή χιλιάδων Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη το 1182, οκτώ μόλις χρόνια πριν, το πιθανότερο είναι αυτοί να έμειναν ανέγγιχτοι, εξάλλου υπήρχε ισχυρή Λατινική κοινότητα στην Κωνσταντινούπολη το 1203/4). Κατασκηνώσαμε στο ποτάμι Ντίγκα, και καθίσαμε εκεί όλη την Κυριακή, γιατί υπήρχε ανοιχτή αγορά για τα αναγκαία".

3 Απριλίου 1190: 

"Άρχισαν πάλι οι επιθέσεις απο τους Έλληνες, που έσπασαν την συμφωνία που είχαμε κάνει, και σκότωσαν μερικούς δικούς μας που περπατούσαν εκτός της φάλαγγας αμέριμνοι. Τους τα πήραν όλα. Ένας δικός μας απο το Ούλμ της Σουαβίας, βρήκε τον αδερφό του σφαγμένο. Οδήγησε μερικούς δικούς μας να βρουν τους Έλληνες κλέφτες, και βρήκε δέκα απο αυτούς, να κρύβονται σε ενα βάλτο. Οι υπόλοιποι φοβήθηκαν και του συνέστησαν να επιστρέψουν στο στρατόπεδο. Αυτός ομως επιτέθηκε μόνος του στους Έλληνες, σκότωσε εννέα από αυτούς ενώ ο δέκατος το έσκασε κολυμπώντας"

4 Απριλίου 1190:

"Διασχίσαμε τον μεγάλο ποταμό Αβελόικα, χάσαμε όμως κατα τη διάβαση εναν ιππότη και ενα αγόρι, όπως και μερικά άλογα και γαϊδούρια μέσα στα αφρισμένα νερά του ποταμού"

"Την ίδια μέρα, ο Φρειδερίκος, εκφωνητής του Μπέργκ, επιτέθηκε σε άλλα Ελληνικά σώματα που μας παρακολουθούσαν και σκότωσε πάνω από εξήντα απο αυτούς. Ειδικά, ο κόμης Ούρλιχ του Κύμπουργκ ειχε προωθηθεί για να εντοπίσει που ήταν οι κλέφτες. Σε μια είσοδο μιας συγκεκριμένης κοιλάδας, είδε τις σκηνές των Ελλήνων ληστών που είχαν σκοτώσει και ληστέψει τους δικούς μας. Ξεκουραζόταν στις σκηνές τους και έτρωγαν το μεσημεριανό τους φαγητό. Τους επιτεθήκαμε με κραυγές και πάνω στα άλογα. Αυτοί πανικοβλήθηκαν και το έσκασαν τρέχοντας, αφήνοντας πίσω άλογα, ασημένια αντικείμενα και άλλα λάφυρα. Γενικώς όμως οι άνδρες μας κοίταζαν να εφαρμόζουν την συνθήκη και δεν πείραζαν τους Έλληνες κατοίκους, αν και δεν το άξιζαν"

6 Απριλίου 1190:

"Μετά από πορεία, φτάσαμε σε ενα κάστρο, ανάμεσα στην πόλη του Υπομενόν (Ποιμανηνόν) και την πόλη του Αρχάγγελου (στην ουσία το οχυρωμένο μοναστηριακό συγκρότημα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ- ερείπια του βρίσκονται σήμερα δέκα χιλιόμετρα νοτίως του σημερινού Εσκί-Μανυάς ( Απολλωνιάδα), και εκεί διανυκτερεύσαμε". (Οι Γερμανοί, που μέχρι τότε ακολουθούσαν πορεία ανατολική-νοτιο ανατολική, ακολούθησαν την μεγάλη στρατιωτική οδό, σταθερά προς νότο).

9 Απριλίου 1190: 

"Φθάσαμε στο Συχερόν (Αχυράους), στην κοιλάδα της Ασκαρατάνα, όπου διανυκτερεθσαμε. Ο στρατός όμως άρχιζε να μουρμουρίζει, γιατί δεν υπήρχε πουθενά αγορά. Ο Έλληνας κυβερνήτης της πόλεως όμως, ούτε που εμφανίστηκε".

13 Απριλίου 1190: 

"Φθάσαμε στην πόλη που λέγεται Κάλαμος, χάνοντας όμως δυο ιππότες στα βουνά που ήταν ανάμεσα".

15 Aπριλιου 1190: 

"Περάσαμε απο την ερειπωμένη πόλη της Μελεού. Εκεί, ήταν που ο Αυτοκράτορας της Ελλάδας έστειλε μια σκηνή και ενα χρυσό κύπελλο στον Κύριο μας τον Αυτοκράτορα, όπως του είχε υποσχεθεί".

18 Απριλιου 1190:

" Περάσαμε την πόλη που λέγεται Αλός (Σάρδεις)

και φθάσαμε στη Φιλαδέλφεια. (Η Φιλαδέλφεια μαζί με τη Σμύρνη, ήταν οι πιο σημαντικές πόλεις της Δυτικής Μικράς Ασίας που παρέμεναν σε Ελληνικά χέρια, ενώ στην ίδια πόλη είχε καταπνιγεί απο τον Ισαάκιο Β' το κίνημα του στασιαστή Θεοδώρου Μαγκαφά μόλις ένα χρόνο πριν, και που είχε ταλαιπωρήσει ολη την περιοχή της Λυδίας). Πιστεύαμε ότι θα βρίσκαμε μια καλή αγορά απο τον κυβερνήτη και τους κατοίκους της Φιλαδέλφειας, βάση της συμφωνίας που είχαμε κάνει με τον Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, αλλά οι Έλληνες κάτοικοι οχι μόνο αρνήθηκαν με περισσή υπερηφάνεια να μας παράσχουν τα αναγκαία, αλλά άρχιζαν να μας βρίζουν χυδαία. Η αλήθεια είναι βέβαια οτι και οι δικοί μας έβριζαν, αλλά ξαφνικά ένα τσούρμο από αφηνιασμένους Έλληνες μας επιτέθηκε, μας άρπαξε πολλά πράγματα και μερικοί άνδρες μας που βρισκόταν μέσα στην πόλη συνελήφθησαν και πέρασαν την νύχτα στα κάγκελα. Αποφυλακίστηκαν όμως νωρίς το πρωί, γιατί μάλλον οι Έλληνες φοβούνταν"

19 Απριλίου 1190: 

"Νωρίς το πρωί, ο Αυτοκράτορας έστειλε ενα πρέσβη στην πόλη, για να τους ρωτήσει τι τρέλα τους είχε πιάσει, αφού γνώριζαν πολύ καλά και τη δύναμη των Γερμανών απο πολύ παλιά αλλά και το πόσες νίκες ειχε πετύχει ο Γερμανικός στρατός στην Ελλάδα τον προηγούμενο χειμώνα".

"Ο Έλληνας κυβερνήτης και οι τοπικοί άρχοντες του απάντησαν οτι δεν φταίνε αυτοί, απλά κάποιοι θερμόαιμοι νεαροί έριξαν βέλη και έβρισαν τους Γερμανούς. Θα έπρεπε να λυπηθούμε τη Φιλαδέλφεια, και να μην της κάνουμε ό,τι κάναμε στην Φιλιππούπολη, στην Αδριανούπολη και το Διδυμότειχο, αλλά να σεβαστούμε το γεγονός ότι εδώ και τόσα χρόνια ( απο το 1078 περίπου) αποτελούσε τον πιο νότιο προμαχώνα της Χριστιανοσύνης στην Μικρά Ασία, και πολεμούσε συνεχώς τους Τούρκους".

"Την ίδια στιγμή βέβαια, μια μεγάλη ομάδα Βοημών (Τσέχων) και κάποιοι ιππότες του επισκόπου του Ρέγκενσμπουργκ επιτέθηκαν στην κεντρική πύλη της πόλης, και τραυμάτισαν πολλούς πολίτες. Οι βαλλιστροφόροι και οι τοξότες της στρατιάς πήραν θέσεις και σάρωσαν με τα βέλη τους πολλούς Έλληνες που βρισκόταν πάνω στα τείχη και τους έριξαν στο έδαφος"

"Ο Αυτοκράτορας μας όμως τους διέταξε να σταματήσουν σχεδόν αμέσως, και τους ανακάλεσε στις θέσεις τους. Τους δε Έλληνες ομήρους βάση της συνθήκης που είχε ακόμα, τρείς στον αριθμό, τους άφησε ελεύθερους να γυρίσουν στην Κωνσταντινούπολη (τους άλλους δεκαπέντε τους είχε απελευθερώσει με το που πέρασε τα Δαρδανέλλια σαν ένδειξη καλής θελήσεως). Σε εναν προμαχώνα έξω απο την πόλη, βρήκαμε μια μεγάλη ομάδα Λατίνων τοξοτών, που ήταν θωρακισμένοι με φολιδωτή θωράκιση και μακρά τόξα, και που για διαφόρους λόγους, έκαναν καριέρα στήν Ελλάδα" (Επρόκειτο προφανώς για Ιταλο-Λομβαρδούς, ίσως και Γςλλους μισθοφόρους του Αυτοκρατορικού στρατού, που ήταν αποσπασμένοι σε φρουρές των συνόρων, αλλά η μισθοδοσία τους ήταν προβληματική μετά το 1180). Ενώθηκαν με τη στρατιά μας, και μας αποδείχτηκαν πολύ χρήσιμοι, γιατι πολέμησαν λυσσαλέα τους Τούρκους"

22 Απριλίου 1190:

"Αναχωρήσαμε απο τη Φιλαδέλφεια, οι κάτοικοι της όμως συνέχιζαν ηλίθιες επιθέσεις εναντίον της οπισθοφυλακής μας. Πεντακόσιοι Έλληνες ιππείς απο την πόλη της Φιλαδέλφειας (κάτι που σημαίνει οτι η φρουρά της ήταν σημαντική) μας ακολούθησαν, αλλά ο Αυτοκράτορας και άλλοι που βρισκόταν στην οπισθοφυλακή τους αντιμετώπισαν θαρραλέα. Πολλοί Έλληνες σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι επέστρεψαν ντροπιασμένα στη Φιλαδέλφεια".

23 Απριλίου 1190: 

"Για πρώτη φορά μας επιτέθηκαν Τούρκοι, χτύπησαν την εμπροσθοφυλακή που βρισκόταν ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Σκοτώσαμε πάνω από πενήντα" (Είναι φανερό λοιπόν, ότι τα Ελληνοτουρκικά σύνορα άρχιζαν μιας μέρας απόσταση από τη Φιλαδέλφεια, δηλαδή περίπου είκοσι χλμ στα νοτιοανατολικά, όπου κάπου εκεί τελείωνε ο Αυτοκρατορικός έλεγχος)." Μετς διασχίσαμε κάποια δύσκολα βουνά, με πολύ δυσκολία γιατί τα περισσότερα άλογα ήταν πλέον αδύναμα, ενώ όλες οι προμήθειες του στρατού, εκτός από το ψωμί, είχαν φαγωθεί".

24 Απριλίου 1190:

"Περάσαμε απο τα ερείπια μια πόλης η οποία λέγεται Τρίπολη η μικρά ( προφανώς είχε καταστραφεί από τις Τουρκικές επιδρομές εκατό χρόνια πριν) και κάποιοι νομίζουν ότι είναι τα Θυάτειρα. Περάσαμε μια εύφορη κοιλάδα, γεμάτη με γλυκόριζες, κάρδαμο, μυρτιές και σύκα, και τώρα μπήκαμε για τα καλά στην Τουρκική περιοχή, στην κοιλάδα της Λαοδίκειας, όπου βρήκαμε ενα καλό μέρος να στρατοπεδεύσουμε και να περάσουμε την νύχτα. Αυτή η πόλη, η Λαοδίκεια είναι στους πρόποδες ενός πολύ ψηλού βουνού,  και πίσω απο αυτό, πολύ μακριά πρός τη θάλασσα είναι η Έφεσος. Λέγεται ότι ο Γάλλος Βασιλιάς Λουδοβίκος και ο Γερμανός επίσκοπος του Φραίυσινγκ είχαν ηττηθεί απο τους Τούρκους παλιά. Το σύνορο της Ελλάδας τελειώνει εδώ" (Αναφέρεται στο πανύψηλο ορος Κάδμος, που εχει υψόμετρο 2.600 μέτρα, και που έκει είχε πέσει σε ενέδρα ο πολυάριθμος Γαλλικός στρατός (25.000 άνδρες) του Λουδοβίκου ΣΤ' μαζί με ενα Γερμανικό σώμα του επισκόπου Όττο του Φρέισινγκ, απο 40.000 Σελτζούκους και Τουρκομάνους σε μια απίστευτα αιματηρή μαχη στις 6 Ιανουαρίου 1148, στήν οποία οι σταυροφόροι λίγο έλειψε να εξολοθρευθούν. Παρ'ολα αυτά, οι Γαλλο-γερμανοί πέρασαν, αλλά με βαρύτατες απώλειες).

27 Απριλίου 1190:

"Κατεβήκαμε σε μια ερημωμένη Τουρκική περιοχή κοντά σε μια αλμυρή λίμνη (Σαναός/ Aci Gol) όπου δεν μπορούσαν να ζήσουν ούτε σπαρτά, ούτε άνθρωποι. Βρήκαμε εκεί μεγάλα κοπάδια απο πρόβατα, κατσίκες, και πολλά βόδια, άλογα, καμήλες και μουλάρια, κάπου πέντε χιλιάδες, που άνηκαν σε νομάδες Τούρκους που ζούσαν σε σκηνές εκεί κοντά, και που όταν μας είδαν το έσκασαν στα βουνά".

"Βέβαια, αυτοί είναι άγριοι Τούρκοι (Τουρκομάνοι) οι οποίοι δεν έχουν σπίτια, ζουν όλο τον χρόνο σε σκηνές και μετακινούν τα κοπάδια τους για βοσκή. Είναι πάντα έτοιμοι και προετοιμασμένοι να πάρουν τα όπλα τους και να πάνε για πόλεμο. Ένας αμέτρητος αριθμός από αυτούς εμφανίστηκε από όλες τις πλευρές για να μας πολεμήσει και οι άνδρες μας πλέον έχουν μάθει να μάχονται μέχρι εσχάτων με αυτούς τους τύπους"

"Η αλήθεια είναι οτι υποθέσαμε αρχικά οτι θα ήταν φιλικοί απέναντι μας, δεν πειράξαμε κανένα απο τα ζώα τους, παρ'οτι είχαμε την επιθυμία λόγω πείνας".

"Αυτή τη νύχτα (27 πρός 28 Απριλίου 1190) στρατοπεδεύσαμε στην άκρη της αλμυρής αυτής λίμνης, και δεν υπήρχε καθόλου χορτάρι, ούτε καν φυτά, και τα άλογα υπέφεραν".

"Απο την ημέρα που ξημέρωσε (28 Απριλίου 1190) και τις ημέρες που ακολούθησαν απο 28 Απριλίου μέχρι τις 18 Μαΐου, χτυπηθήκαμε απο τέτοια κακά, που ήταν ανήκουστα απο τις προηγούμενες γενιές. Ελπίζαμε οτι θα ήμασταν ελεύθεροι απο παρενοχλήσεις και προβλήματα στη χώρα των Τούρκων αρχόντων, του Σουλτάνου και του γιοι του, Μαλίκ (Εννοεί τον Σουλτάνο Κιλίτζ Αρσλάν Β' και τον πρωτότοκο γιο του, Koύμπντ αλ -ντιν Μαλίκσαχ) γιατί τους είχαμε στείλει πρέσβεις τρείς φορές τα τελευταία τρία χρόνια και είχαν αναφέρει ότι οι Τούρκοι είχαν δεχθεί πολύ ευγενικά την απαίτηση μας για ασφαλή διέλευση, ανοικτές αγορές όπως και οι πρέσβεις τους σε εμάς (Μία Τουρκική πρεσβεία είχε αφιχθεί στην Νυρεμβέργη τα Χριστούγεννα του 1188) αλλά σε αντίθεση με ότι συμφωνήθηκε, αποδείχθηκαν οχι απλά μη φίλοι, αλλά οι χειρότεροι εχθροί" ( Η αλήθεια είναι, και κάτι που οι Γερμανοί δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν, ότι ο Κούμπντ αλ -ντιν Μαλικσάχ τον χειμώνα του 1189/90 είχε επαναστατήσει κατά του γέροντα πατέρα του, τον ειχε περιορίσει στο Ικόνιο, και δεν σκόπευε να τηρήσει καμία συμφωνία του πατέρα του με τους Γερμανούς, αν και όπως αποδείχθηκε αργότερα, ούτε ο παμπόνηρος γέρος Κιλίτζ-Αρσλάν σκόπευε να τηρήσει την υπογραφή του, πιστοποιώντας το διαχρονικά αυτονόητο, ότι οι Τούρκοι δεν τηρούν ποτέ καμιά συμφωνία, ακόμα και με έναν ισχυρότερο, πόσο δε μάλλον με κάποιον πιο αδύναμο) το ιππικό και πεζικό τους, ακόμα και αν είναι στην υπηρεσία του Σουλτάνου και του γιού του, μας παρενοχλεί συνεχώς με βλήματα και εμποδίζει τους άνδρες μας να μαζέψουν χορτονομή για τα ζώα" (Πόσο δε μάλλον οι Τουρκομάνοι, που πολλές φορές δρούσαν ανεξάρτητα, κάτι βέβαια που δεν ενόχλησε ποτέ, κανέναν Σελτζούκο Σουλτάνο), όλοι οι δικοί μας, πορεύονται πλέον πλήρως οπλισμένοι, όλη την ημέρα".

30 Απριλίου 1190: 

"Την αυγή, αφού αναχωρήσαμε απο το στρατόπεδο μας πρίν ακόμα χαράξει, οι Τούρκοι μπήκαν στο εγκατελειμμένο στρατόπεδο ελπίζοντας να βρούν δικούς μας που είχαν μείνει πίσω, είτε επειδή ήταν άρρωστοι είτε λόγω κούρασης. Ο Αυτοκράτορας μας όμως, είχε βάλει φωτιά σε κάτι σκηνές για να τους παρασύρει μέσα στο στρατόπεδο, και αφού τους στήσαμε ενέδρα, οι τυφλωμένοι απο τον καπνό Τούρκοι δεν ήξεραν που να πάνε. Ορμήξαμε πάνω τους και σκοτώσαμε πεντακόσιους. Κατά τύχη, εκείνη την στιγμή είχαν φθάσει απεσταλμένοι του Σουλτάνου, που είδαν απο κοντά την σφαγή των ομόφυλών τους Τουρκομάνων. Έδειξαν προσποιητά οτι χαίρονται, λέγοντας στόν Αυτοκράτορα οτι: "Τι χαρούμενη θα είναι η καρδιά του Σουλτάνου με τέτοια ήττα αυτών των αθλίων, που τολμούν και επιτίθενται ακόμα και εναντίον του" και επισήμαναν το γεγονός ότι οι Τουρκομάνοι είναι εκτός του ελέγχου του. Ακόμα όμως και ο πιο ηλίθιος απο εμάς, είχε καταλάβει οτι με πολύ κόπο έκρυβαν την οργή τους για το οτι σφάξαμε σαν αρνιά πεντακόσιους ομόφυλους τους. Όσοι Τούρκοι διεσώθησαν, μας ακολουθούσαν απο μακριά, στον δύσκολο δρόμο μέχρι να φθάσουμε τη Σωζόπολη" (Το Γερμανικό στρατόπεδο την νύχτα της 29/30 Απριλίου βρισκόταν στις πηγές του Μαιάνδρου ποταμού, ενω η Σωζόπολη, βρισκόταν σε Ελληνικά χέρια μέχρι το 1180, ενδεικτικό πόσο δυτικά είχαν προχωρήσει οι Τούρκοι μετά την συντριβή του Μανουήλ Κομνηνού στο Μυριοκέφαλο το 1176).

2 Μαΐου 1190:

"Δεχτήκαμε ξανά σφοδρή επίθεση απο Τούρκους, οι άνδρες μας παρ'οτι πεινασμένοι και πολύ κουρασμένοι, σκοτώσανε τριακόσιους απο αυτούς. Έγιναν πολλά εκείνη την ημέρα: Ο Δούκας της Σουαβίας, ο Δούκας της Μεράνια και ο Κόμης του Κύμπουργκ, σκότωσαν μόνοι τους δεκαεφτά Τούρκους, ενώ ο κόμης του Οέττιγκεν και ο εκφωνητής του Μπέργκ απέδωσαν εκπληκτικά. Οι Βοημοί επιδεικνύοντας το καθιερωμένο θάρρος τους, έκαναν το εξής: Έξη απο αυτούς έβαλαν ρούχα υπηρετών πάνω απο τις θωρακίσεις τους, και βγήκαν στήν ύπαιθρο προσποιούμενοι οτι θα μαζέψουν χορτονομή για τα άλογα. Έξι Τούρκοι τους εντόπισαν και τους όρμηξαν σαν λυσσασμένοι σκύλοι. Οι Βοημοί, ενώ στην αρχή έδειξαν οτι φοβούνται, ξαφνικά έβγαλαν τα ρούχα των υπηρετών, τράβηξαν τα σπαθιά τους και τους έσφαξαν όλους. Πήραν μετά τα άλογα τους και τα έφεραν στο στρατόπεδο γελώντας. Ένας άνδρας μας, που πέθαινε της πείνας και του είχε μείνει μόνο μια φραντζόλα ψωμί που την κουβαλούσε πάνω του, δέχθηκε την επίθεση ενος Τούρκου, που τον τόξευσε. Το βέλος διαπέρασε τη φρατζόλα, και τον τραυμάτισε, αλλά αυτός γονάτισε, και με το δικό του τόξο έριξε στον Τούρκο, και τον διαπέρασε πέρα ως πέρα".

3 Μαΐου 1190:

"Φτάσαμε σε ενα πολύ ορεινό και στενό πέρασμα.  Πάνω απο τριάντα χιλιάδες Τούρκοι μας περίμεναν εκεί μέσα, και σκόπευαν να μας εξοντώσουν όπως εξόντωσαν τον τεράστιο στρατό του Μανουήλ, Αυτοκράτορα των Ελλήνων" (Πρόκειται προφανώς για τα στενά του Τζυβρίτζη, όπου 50.000 Σελτζούκοι και Τουρκομάνοι πετσόκοψαν την στρατιά του Μανουήλ Α' Κομνηνού στις 17 Σεπτεμβρίου 1176, στη φοβερή μάχη του Μυριοκεφάλου, κάτι που είχε μαθευτεί σε όλη την Ευρώπη).

"Ο Αυτοκράτορας μας είχε όμως άλλα σχέδια. Είχαμε πιάσει αιχμαλώτους δυο Τούρκους, ο ένας απο τους οποίους ήταν εμίρης. Το έναν τον εκτελέσαμε επιτόπου, ο άλλος όμως, προσφέρθηκε να μας οδηγήσει από άλλο δρόμο στο Ικόνιο, μακριά απο αυτό το στενό του θανάτου. Ο Αυτοκράτορας του απάντησε ότι αν αποτύγχανε, θα τον αποκεφαλίζαμε επιτόπου"

"Πράγματι, αυτός ο Τούρκος μας οδήγησε απο ενα άλλο πέρασμα, πολυ ορεινό, που ήταν τρία μίλια ψηλό. Μπήκαμε σε  κοιλάδες όπου βρήκαμε κοπάδια απο πρόβατα, και κορέσαμε την πείνα μας. Σε ορισμένα σημεία το πέρασμα ήταν τόσο στενό, που μόνο αγριοκάτσικα μπορούσαν να ανέβουν, και χάσαμε μερικά άλογα και πολλά μουλάρια, που γλίστρησαν στο βάραθρο"

"Σε μία απο αυτές τις κορυφές των βουνών, μας επιτέθηκαν Τούρκοι απο ψηλά, ρίχνοντας μας βέλη και πέτρες, μια απο τις οποίες πέτυχε τον διάδοχο του θρόνου, Δούκα της Σουαβίας, και του έσπασε ένα απο τα πάνω δόντια, και το μισό απο ένα απο τα κάτω. Δέκα άλλοι ιππότες πληγώθηκαν, ενώ ένας άλλος, ο Βέρνερ, σκοτώθηκε"

"Οί άνδρες μας δεν μπορούσαν να ανεχθούν αυτή την κατάσταση, δεχόντουσαν βέλη, πέτρες απο σφενδόνες και ακόντια με τέτοια ένταση, που έκαναν έφοδο πεζοί στο βουνό, και σκότωσαν πάνω από εξήντα Τούρκους. Κάποιοι απο τους δικούς μας άρπαξαν καμήλες, πρόβατα και βόδια σε αυτά τα βουνά. Την ίδια μέρα, φτάσαμε σε μια ορεινή και πολύ γόνιμη πεδιάδα, όπου επιτεθήκαμε σε ένα καταυλισμό Τούρκων νομάδων την ώρα που κοιμόταν στις σκηνές τους. Σφάξαμε πολλούς, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους".

5 Mαΐου 1190:

"Περάσαμε μακριά απο το στενό. Βγήκαμε απο την άλλη μεριά. Είμαστε σίγουροι πλέον, ότι η φιλία και ο χρυσός του Σουλτάνου έχει μετατραπεί σε σκουριά. Η εξαπάτηση μας απο τους Τούρκους δεν έχει όριο".

6 Μαΐου 1190:

"Μας επιτέθηκαν ξανά Τούρκοι στήν οπισθοφυλακή. Σκοτώσαμε είκοσι απο αυτους. Δυστυχώς κατά την καταδίωξη τους, ενας διακεκριμένος ιππότης, ο Φρειδερίκος του Χάουσεν, έπεσε ξαφνικά απο το άλογο του, έσπασε τον λαιμό του και πέθανε. Τον θάψαμε κάτω απο μια μηλιά. Όλος ο στρατός τον θρήνησε, ήταν πολύ αγαπητός"

"Την ίδια μέρα, οι Τουρκομάνοι μας πλησίασαν, και βλέποντας πόσο σκληρά πολεμούσαμε μας πρότειναν μέσω ενος διερμηνέα να σταματήσουν τις επιθέσεις τους αν τους εξαγοράζαμε με ένα μέρος του ταμείου της στρατιάς  που μεταφέραμε, λέγοντας οτι θα ήταν προτιμότερο να χάσουμε ένα μέρος από τα χρήματα, παρά να τα χάσουμε όλα. Ο Αυτοκράτορας τους ειρωνεύτηκε, απαντώντας ότι είχε για αυτούς ενα ασημένιο νόμισμα, για το μοιραστούν όλοι τους".

7 Μαΐου 1190: 

"Φτάσαμε και στρατοπεδεύσαμε κοντά στη πόλη που λέγεται Φιλομήλιο. Δεν αποτελούσαμε απειλή για την πόλη και ελπίζαμε οτι θα ήταν φιλική. Αργά το απόγευμα, οι Τούρκοι νομίζοντας οτι θα ήμασταν τελείως εξαντλημένοι απο την πείνα, εξαπέλυσαν μια θυελλώδη επίθεση, ρίχνοντας μας βροχή απο πέτρες, βλήματα και λόγχες. Παρ'ολα αυτά, αντιμετωπίσαμε και αυτή την επίθεση, βγαίνοντας πρώτα με το πεζικό και μετά με το ιππικό απο το στρατόπεδο, και αν δεν έπεφτε νύχτα, κανείς τους δεν θα γλίτωνε απο τα ξίφη μας. Σκοτώσαμε τέσσερις χιλιάδες εκατόν εβδομήντα τέσσερις απο αυτούς, πεζούς και ιππείς, και άλλους εξακόσιους που ήταν σίγουρα νεκροί, απλά δεν μπορέσαμε να βρούμε τα πτώματα τους, γιατί είχαν πέσει μέσα σε χαράδρες. Ο Δούκας της Σουαβίας και ο Δούκας της Μεράνια ήταν επικεφαλείς μας"

"Η αλήθεια είναι βέβαια, ότι όσο πιο πολλούς Τούρκους σκότωναμε, τόσο περισσότεροι ερχόταν, όπως η Ύδρα που γίνεται πιο δυνατή όσο τα κεφάλια της κόβονται".

8 Μαΐου 1190:

"Αφήσαμε το Φιλομήλιο και τώρα η πείνα που αντιμετωπίζαμε είχε γίνει πιο βάναυση και απο τον εχθρό που αντιμετωπίζαμε, τόσο πολύ που ένα βόδι και μια αγελάδα πωλείτο για πέντε μάρκα, και μερικές φορες για εννιά, ενώ μια μικρή φραντζόλα ψωμί πωλείτο για ενα μάρκο, και η σάρκα των αλόγων και των μουλαριών θεωρείτο φοβερή λιχουδιά"

"Κάποιοι δικοί μας απελπισμένοι από την πείνα, πολύ λίγοι πάντως, εγκατέλειψαν τη φάλαγγα μας και λιποτάκτησαν στους Τούρκους, και αναμφίβολα αλλαξοπίστησαν"

"Κάποιοι άλλοι πεζοί, ήταν τόσο εξαντλημένοι απο την πείνα, που ήταν αδύνατο να συνεχίσουν μαζί μας. Έπεσαν στα γόνατα, έκαναν το σημείο του Σταυρού, και ξάπλωσαν με το πρόσωπο στο έδαφος. Λίγο αργότερα, ακούσαμε τις κραυγές τους καθώς οι Τούρκοι τους αποκεφάλιζαν. Μπορούσαμε να τους δούμε από απόσταση"

9 Μαΐου 1190:

"Εκείνη την ημέρα μια μεγάλη δύναμη Τούρκων μας επιτέθηκε, τόσο μεγάλη που γέμιζε βουνά και κοιλάδες. Η φάλαγγα μας κλονίστηκε. 

11 Μαΐου 1190:

"Βλέποντας αυτό, οι Τούρκοι μας επιτέθηκαν με ακόμα μεγαλύτερη ορμή με ουρλιαχτά. Οι δικοί μας όμως αντεπιτέθηκαν και σκότωσαν διακόσιους απο αυτούς, και κοντά στην πόλη του Φιρμίν (Ilgin) άλλους εκατό, που πρέπει να προστεθούν σε άλλους εξηντατέσσερις που σκοτώσαμε τις δυο προηγούμενες μέρες. Άλλοι Τούρκοι πνίγηκαν σε μια κοντινή λίμνη προσπαθώντας να διαφύγουν. Ως συνήθως, ο νεαρός διάδοχος, Δούκας της Σουαβίας οδήγησε την επίθεση".

13 Μαΐου 1190:

"Γιορτάσαμε την Αγία μέρα της Πεντηκοστής, ενώ προχωρούσαμε με τους Τούρκους να μας βλέπουν απο απόσταση. Αυτή την ημέρα ο Θεός μας προστάτεψε και οι Τούρκοι δεν επιτέθηκαν. Οι λιχουδιές μας σε αυτή τη γιορτή ηταν δέρμα απο βόδια και αίμα απο άλογα, και για τους πλούσιους ήταν κρέας αλόγου με το ζύγι"

"Η αίσθηση της εξαπάτησης απο τους Τούρκους ήταν τέτοια, που μας είχε φέρει σε τέτοια άθλια κατάσταση. Το αλεύρι που μας είχε απομείνει φυλαγόταν σαν χρυσός, ενώ ενα μικρό κύπελλο αλεύρι πωλήθηκε για δεκατέσσερα σελλίνια Κολωνίας".

14 Μαΐου 1190:

"Λίγο μετά την αυγή, δεχθήκαμε επίθεση απο σαράντα χιλιάδες Τούρκους ιππείς, υπο τον Μαλίκ (Κουμπντ αλ -ντιν)  γιο του Σουλτάνου, τον Βασιλιά της Γαλατίας (Εμίρη της Άγκυρας), τον άρχοντα της Γκάντρας ( Εμίρης της Γάγγρας, Παφλαγονία) με πολλή δύναμη: (Φαίνεται οτι ο γιός του Σουλτάνου, συγκέντρωσε τεράστια δύναμη ιππέων, καλώντας για ενίσχυση τα αδέρφια του, εμίρηδες γειτονικών περιόχων που είχαν διασπαστεί απο το Σουλτανάτο του Ικονίου, ώστε να εξολοθρεύσει τη Γερμανική στρατιά, χωρίς να υπολογίζονται οι πανταχού παρόντες Τουρκομάνοι) σχηματίσαμε ενα τεράστιο τρίγωνο, με τα στρατεύματα των επισκόπων του Μύνστερ και του Βούρτζμπουργκ στα αριστερά, τον ίδιο τον Αυτοκράτορα στα δεξιά και τον διάδοχο, Φρειδερίκο της Σουαβίας, πίσω: Όλους τους αμάχους και βοηθητικούς, τους βάλαμε ανάμεσα:

"Στήν πρώτη επίθεση του Αυτοκράτορα μας, εκατό εκλεκτοί Τούρκοι έπεσαν νεκροί. Ό Αυτοκρςτορας διέταξε προέλαση σε εναν λόφο, που βρισκόταν δυο γιοι του Σουλτςνου με πλήθος  Τούρκων, μαζί με τον βασιλικό σαλπιγκτή του, και τους υπέβαλε σε ντροπιαστική φυγή. Ο γιος του, Δούκας της Σουαβίας διέταξε γενική προέλαση και το πεζικό προωθήθηκε πολύ. Ο Μαλίκ, γιος του Σουλτάνου, δέχτηκε ενα βαρύ χτύπημα απο έναν ιππότη μας και έπεσε απο το αλογό του, ενώ ενας βαρώνος του (αξιωματικός του) δέχτηκε ενα χτύπημα στο χέρι του που κόπηκε πέρα ως πέρα, παρ'οτι φορούσε αλυσιδωτό γάντι".

"Ο Βασιλιάς της Γαλατίας, (Εμίρης της Άγκυρας, αδελφός του Μαλίκ) που είχε φέρει δέκα χιλιάδες άνδρες μαζί του, άρχισε να ειρωνεύεται τον αδερφό του, λέγοντας του οτι τελικά οι Γερμανοί δεν ήταν τόσο...ψόφιοι όσο του έλεγε πρίν".

"Τελικά, αφού είχαμε πετύχει άλλη μία νίκη, προσπαθήσαμε να στρατοπεδεύουμε για το βράδυ, αλλά πολλές μονάδες ήταν σκορπισμένες,  υπήρχε μια ισχυρή αμμοθύελλα που μας τύφλωνε, και πηγαίναμε σαν χαμένα πρόβατα. Τελικά, πρός το βράδυ, βρήκαμε τα λάβαρα μας και στήσαμε στρατόπεδο σε μια έρημη κοιλάδα. Δεν υπήρχε όμως ούτε νερό ούτε βοσκή για τα ζώα, και πολλά άλογα ψόφησαν εκείνη την νύχτα"

15 Μαΐου 1190: 

"Το πρωί,  συνεχίσαμε την πορεία μας, αλλά μισοπεθαμένοι πλέον: Μερικοί απο εμάς έπιναν τα ούρα τους, άλλοι έπιναν το αίμα αλόγων, ενω άλλοι μασούσαν τα κόπρανα των αλόγων για να έχουν μια αίσθηση υγρασίας στο στόμα τους, άλλοι ρτρωγαν φυτά,  μέχρι που βρήκαμε λίγο βαλτώδες έδαφος οπου υπήρχε νερό και αποφασισαμε να στρατοπεδευσουμε. Αλλα απο την στιγμη που δεν μπορουσαμε να βρουμε ξυλα για φωτια για να μαγειρεψουμε αλογισιο κρεας, που ήταν μόνο για τους ευγενείς, αφού όλοι οι άλλοι τρώγαμε ρίζες, καίγαμε οτι βρίσκαμε: σχοινιά, σέλες, χιτώνια, πουκάμισα. Τα άλογα μας, όσα μας είχαν απομείνει, ανακουφίστηκαν και δροσίστηκαν κάπως"

16 Μαΐου 1190: 

"Δεχτήκαμε ξαφνική επίθεση στο στρατόπεδο απο Τουρκομάνους, όταν μερικά αγόρια μας που είχαν βγεί για να βρούν ξύλα και να μαζέψουν νερό σφαγιάστηκαν: χάσαμε εξήντα"

"Το μεσημέρι, ήρθε πρεσβεία απο τον γιο του Σουλτάνου, Μαλίκ, λέγοντας οτι αν του δίναμε τριακόσια κεντηνάρια χρυσού και την γη των Αρμενίων (εννοεί την Αρμενική Κιλικία) μας εγγυόταν ασφαλή διέλευση και αγορά για τρόφιμα σε τρεις μέρες"

"Ο Αυτοκράτορας τους έστειλε πίσω, λέγοντας τους οτι δεν ήρθε απο τη Γερμανία για να πληρώνει για το πέρασμα του, αλλά για να το ανοίγει με το ξίφος"

17 Μαΐου 1190: 

"Το πρωί, τελέσαμε τη Θεία Λειτουργία, και πολλοί πήραν θάρρος, και μετά ξεκινήσαμε, αν και λίγο αργά. Οι Τούρκοι, των οποίων ο αριθμός ήταν απίστευτος, μας επιτέθηκαν σε σχηματισμό ημισελήνου, τους αποκρούσαμε και πάλι, σκοτώσαμε εξήντα. Είχαμε αγχωθεί πολύ, τα άλογα ήταν σε τραγική κατάσταση, είχαμε φθάσει πλέον μπροστά στο Ικόνιο. Αποφασίσαμε μπροστά στον Αυτοκράτορα, οτι αρκετά υποφέραμε, είχαμε περάσει τα πάνδεινα, δεν μας άξιζε θάνατος δειλού, και θα τα παίζαμε ολα για ολα, καταλαμβάνοντας το Ικόνιο".

"Την νύχτα αυτή, ταλαιπωρηθήκαμε πολύ απο μια  έντονη καταιγίδα".

18 Μαΐου 1190: 

"Ηδη πρίν απο το χάραμα, ο Αυτοκράτορας μας χώρισε σε δυο μεγάλους σχηματισμούς: Τον πρώτο τον έταξε υπό τις διαταγές του γιού του, Φρειδερίκου, Δούκα της Σουαβίας, το δεύτερο υπο τις δικές του. Μας διέταξε δε, οτι κανείς να μην κινηθεί για λάφυρα, αν προηγουμένως όλη η πόλη δεν πέσει στα χέρια μας. Μονο πεντακοσιοι πλεον ιπποτες ειχαν αλογα. Καταστρεψαμε δυο παλατια του Σουλτανου που βρισκοταν μεσα σε ενα περιτειχισμενο κηπο εξω απο το Ικονιο"

"Καθώς είμασταν σχεδόν έτοιμοι για επίθεση, ένας πρέσβης του Σουλτάνου κατέφθασε με προτάσεις για ειρήνη, ασφαλή διέλευση μεχρι τη χωρα των Αρμενίων και ανοικτές αγορές.'Ο Αυτοκράτορας όμως κατάλαβε οτι αυτή η κίνηση ήταν απλά ενα κόλπο, ώστε να κερδίσουν χρόνο οι Τούρκοι"

"Ο Αυτοκράτορας τότε διέταξε άμεση επίθεση: Ο γιός του, ο Δούκας της Σουαβίας, κινήθηκε ταχύτατα με τους άνδρες του προς την κεντρική πύλη του Ικονίου, παρ'οτι η εμπροσθοφυλακή αναγκάστηκε να υποχωρήσει λίγο γιατί δεχόταν βροχή τα βλήματα απο τους Τούρκους που βρισκόταν έξω απο και πάνω στα τείχη, ο Δούκας της Σουαβίας επέμεινε, και με νέα, ορμητική επίθεση τους συνέτριψε και τους κυνήγησε μέσα στην πόλη πλρον, μέχρι την πύλη του πολύ οχυρωμένου πύργου που βρισκόταν στην κεντρική πλατεία της πόλεως, που ήταν μεγάλη σαν την Κολωνία".

"Πολλοί άμαχοι μαζί με τα πλούτη τους και πολλά τρόφιμα, καθώς και στρατιώτες, κατέφυγαν σε αυτόν τον πύργο" (Προφανώς επρόκειτο για το οχυρωμένο ανακτορικό συγκρότημα του Σουλτάνου) αλλά πάρα πολλοί έπεσαν στα χέρια μας, και τους σφάξαμε όλους, άνδρες, αγόρια, γυναίκες"

"Επιτεθήκαμε με τόση ορμή,  που δεν μπορούσε κανείς να μας σταματήσει, οδηγούμενοι απο τον νεαρό Δούκα της Σουαβίας και έξη συντρόφους του, που πρώτοι ανέβηκαν με σκάλες τα τείχη του Ικονίου: Σκοτώσαμε μέσα στους δρόμους πάνω απο τρείς χιλιάδες Τούρκους πολεμιστές, και αμέτρητους αμάχους. Θα κυριεύαμε και το παλάτι του Σουλτάνου εκείνο το βράδυ, αλλά είμασταν πολύ κουρασμένοι, πολλοί ιππότες μας ταλαιπωρούταν δυο εβδομάδες απο φρικτή πείνα"

Αργά το απογεύμα, ο Αυτοκράτορας εισήλθε στο Ικόνιο, μέσα απο μια λαμπρή τελετή υποδοχής απο τον ίδιο τον γιο του και τους συντρόφους του που μπήκαν πρώτοι στην πόλη. Η πείνα μας καταλαγιάστηκε κάπως, απο αυτά που βρήκαμε στην πόλη. Πολλοί άνδρες μας βρήκαν λάκκους γεμάτους με σιτάρι και κριθάρι, και σαν αποτέλεσμα πολλοί άνδρες και ζώα ανέκτησαν τις δυνάμεις τους. Βρήκαμε επίσης τόσο χρυσό, ασήμι, κοσμήματα και πορφυρά ρούχα, που η αξία τους ξεπερνά τα εκατό χιλιάδες μάρκα. Λέγεται οτι βρήκαμε και την προίκα που είχε δώσει ο διαβολικός Σαλαντίν στον Σουλτάνο για την κόρη του".

19 Μαΐου 1190:

"Όταν ξημέρωσε, τελέσαμε λαμπρή Θεία Λειτουργία στην πλατεία της πόλεως. Ήταν μια ύπεροχη στιγμη"

"Το μεσημέρι, ο Σουλτάνος που ήταν αποκλεισμένος στο παλάτι του μας έστειλε πρέσβη, μας παρακαλούσε να ξεχάσουμε τι έγινε, ήταν ενας γέρος ανθρωπος και είχε πιεστεί πολύ απο τους γιούς του, και θα μας εγγυόταν εκ νέου ασφαλή διάβαση μέχρι την χώρα των Αρμενίων (Κιλικια) πρόσβαση σε ανοικτές αγορές, καθώς και είκοσι επιφανείς ομήρους'.

"Ο Αυτοκράτορας δεν πίστεψε τίποτα απο αυτά που είπε ο Τούρκος Σουλτάνος, ούτε κανείς απο εμάς, γιατί απο τότε που μας είχαν υποσχεθεί τα ίδια οι πρέσβεις του Σουλτάνου και ο γιού του, Μαλίκ στην Αδριανούπολη (Τούρκοι πρέσβεις είχαν συναντηθεί με τον Αυτοκράτορα στην Αδριανούπολη τον Φεβρουάριο του 1190) μόνο βέλη και τόξα, ξίφη, λόγχες και κάθε είδους όπλο είχαμε δει, καθώς και συνεχείς επιθέσεις και παράξενα ουρλιαχτά".

"Παρ'ολα αυτά, επειγόμασταν να φτάσουμε στην Ιερουσαλήμ, οπότε ο Αυτοκράτορας δέχθηκε τις προτάσεις του Σουλτάνου.Ο ίδιος απάντησε οτι θα έκανε οτι ηταν δυνατό τάχιστα".

23 Μαΐου 1190:

"Αναχωρήσαμε απο το Ικόνιο μετά απο τέσσερις μέρες διαμονής. Έπρεπε ούτως η άλλως να φύγουμε, αφού η οσμή απο τις χιλιάδες πτωμάτων στους δρόμους και πλατείες ήταν ανυπόφορη. Προχωρήσαμε λίγο έξω απο την πόλη, και στρατοπεδεύσαμε κοντα στο Βασιλικό άλσος όπως και πρίν. Βρήκαμε μια μεγάλη αγορά να μας περιμένει. Αγοράσαμε πάνω απο έξη χιλιάδες άλογα και μουλάρια, χωρίς να υπολογίζουμε τα γαιδούρια, και ο στρατός προμηθεύτηκε πολύ ψωμί, κρέας, βούτυρο και τυρί"

26 Μαΐου 1190:

"Προχωρήσαμε μεσα σε μια πολύ πλατειά κοιλάδα και βρήκαμε σαράντα πηγές"

27 Μαΐου 1190:

"Βρήκαμε μια μεγάλη λίμνη απο την οποία μπορούσαμε να πιούμε νερο. Οι Τουρκομάνοι όμως δεν είχαν σταματήσει να μας ακολουθούν, και έτσι ο Αυτοκράτορας συγκέντρωσε τους είκοσι ομήρους που έιχαμε και τους είπε οτι αν δεν σταματήσουν οι Τούρκοι να μας ακολουθούν, και δεν βρούμε πάλι μια καλή αγορά, θα τους σφάξει όλους επιτόπου. Μετά απο αυτό, οι Τουρκικές επιθέσεις σταμάτησαν. Προχωρήσαμε και πάλι, και φτάσαμε μέσα απο ενα δύσκολο δρόμο σε ενα χωριό που λεγόταν Πύργος (Kazimkarabehiv) όπου βρήκαμε μια καλή αγορά και ξεκουραστήκαμε για μια μέρα"

30 Μαΐου 1190:

" Παρασκευή. Αργά αυτή την ημέρα φθάσαμε σε μια πόλη που λεγεται Καραμάν (Λάρανδα) που βρίσκεται στα σύνορα μεταξυ Λυκαονίας και Κιλικίας. Την νύχτα, έγινε πολύ μεγάλος σεισμός. Μάλλον ήταν προμύνημα για το τι θα συμβεί στον Αυτοκράτορα μας".

1η Ιουνίου 1190:

"Αναχωρήσαμε απο την πόλη Καραμάν, έχοντας ανακτήσει αρκετά τις δυνάμεις μας. Φτάσαμε σε ενα χωριό Αρμενίων. Βρηκαμε Σταυρους υψωμένους στους αγρούς, κάτι που γέμισε τις καρδιές μας με χαρά. Είχαμε πολύ καιρό (πάνω απο σαράντα μέρες) να δούμε Χριστιανούς. Συνεχίσαμε να προχωρούμε, περάσαμε κάποια βουνά, που μόνο αγριοκάτσικα ανέβαιναν. Εδώ αφήσαμε επιτέλους πίσω μας την γη των προδοτικών Τούρκων"

"Οι Τούρκοι όμηροι απαίτησαν να αφεθούν ελεύθεροι, βάση της συμφωνίας, αλλά οι άρχοντες μας τους αγνόησαν, διατάσσοντας να φυλάσσονται ακόμα πιο στενά".

"Απόγευμα. Φτάσαμε στο φρούριο της Σιμπίλια, (Maura Kalesi) όπου ο Αρμένιος διοικητής, μας υποδέχθηκε καλά και προετοίμασε αγορά για τον στρατό μας".

"Αν προσπάθουσα να περιγράψω λεπτομερώς τα προβλήματα, την πείνα, δίψα, τις προσβολές και επιθέσεις που υπομείναμε στην χώρα των Τούρκων όλες αυτές τις εβδομάδες, θα στεναχωρούσα πολλούς. Θεωρώ οτι μια λεπτομερής περιγραφή θα έκανε τον Όμηρο και τον Βιργίλιο αν ήταν ακόμα ζωντανοί, να βάλουν το δάχτυλο πάνω απο το στόμα τους και να σωπάσουν"

Και κάπου εδω, τελειώνει η περιγραφή των απίστευτων καταστάσεων που έζησε η Γερμανική στρατιά, στα Βαλκάνια και ειδικά στις κατεχόμενες απο τους Τούρκους περιοχές της Μικράς Ασίας. Μετά απο προσεκτική εξέταση των γεγονότων, μπορούμε να τονίσουμε τα εξής:

Α) Ο Ισαάκιος Β' Άγγελος, δεν ήταν τόσο ανίκανος όσο του προσάπτεται, και σίγουρα κλάσεις ανώτερος απο τον γελοίο αδερφό του Αλέξιο, όσο και απο τον προδοτικό γιο του, επίσης Αλέξιο. Ήξερε καλά τις προθέσεις των Γερμανών, και είχε λάβει τα μέτρα του, συνάπτοντας μυστικό σύμφωνο με τον Σαλαντίν ήδη απο τα τέλη του 1188, ενισχύοντας τις φρουρές των πόλεων, και παρενοχλώντας στο μέτρο του δυνατού την Γερμανική στρατιά. Είχε όμως να αντιμετωπίσει και μεγάλα προβλήματα, όπως η μεγάλη Βουλγαροβλαχική εξέγερση των αδερφών Ασάν, τους επιθετικούς Ούγγρους, τους   Σέρβους οι οποίοι είχαν ανεξαρτοποιηθεί (1181) και φυσικά την Τουρκική απειλή, παρά τις φαινομενικά καλές σχέσεις με τους Σελτζούκους   (Ο Κιλίτζ Αρσλάν Β' διεμύνυε με πρέσβεις του στον Γερμανό Αυτοκράτορα το 1188 ότι "μετά τον θάνατο του Μανουήλ (1180) είχε πάρει σαραντά περιοχές απο τους Έλληνες). Ο Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσσα δεν είχε βέβαια στόχο να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη, κάτι που δεν ήταν σε θέση ο Ισαάκιος να το γνωρίζει φυσικά, για δυο λόγους: Α) Επειγόταν να φθάσει στην Ιερουσαλήμ και Β) Δεν είχε στόλο, και γνώριζε καλά οτι η Κωνσταντινούπολη ήταν πολύ βαριά οχυρωμένη (Είχε δει τις οχυρώσεις της πολύ νέος, κατά την διάρκεια της Β' Σταυροφορίας, το 1147). Σε κάθε περίπτωση, ο Αυτοκρατορικός στρατός ήταν ακόμα αρκετς ισχυρός (50.000 ανδρες) αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό μισθοφορικός πια, με την ποιότητα του Ελληνικού στοιχείου να πέφτει συνεχώς. Στις πολυάριθμες συμπλοκές που έγιναν μεταξύ Αυτοκρατορικών και Γερμανών σταυροφόρων, αν και όχι ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης, οι Γερμανοί επικράτησαν σχεδόν παντού, αν και μερικές πόλεις όπως το Διδυμότειχο, η Έδεσσα, και η Φιλαδέλφεια αποτέλεσαν σκληρά καρύδια, με πολυάριθμη φρουρά.

Β) Εκεί όμως που πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας, είναι στη Μικρά Ασία, όπου φαίνεται ότι οι Τούρκοι είχαν εδραιωθεί μετά την συντριπτική τους νίκη στο Μυριοκέφαλο το 1176: Η Αυτοκρατορία ήλεγχε ακόμα το σύνολο σχεδόν της Δυτικής Μικράς Ασίας, δηλαδή Βιθυνία, Φρυγία, Τρωάδα, Ιωνία, Καρία, Λυδία, Λυκία, Παμφυλία, (Η Αρμενική Κιλικία είχε ανεξαρτοποιηθεί οριστικά το 1187) και τμήματα της Πισιδίας, η Φρυγία όμως "ροκανιζόταν" επικίνδυνα απο τους Τουρκομάνους, υπήρχε πίεση στον Σαγγάριο απο τον Εμίρη της Άγκυρας, η Παφλαγονία είναι ζήτημα αν ήταν Ελληνική σε απόσταση εκατό χιλιομέτρων απο την ακτή, ενώ πυκνές, εώς πολύ πυκνές εγκαταστάσεις Τουρκομάνων υπήρχαν στον κάτω Μαίανδρο, ενω σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν τοσο πολλοί, που απειλούσαν μόνοι τους(!) τον Γερμανικό στρατεύμα, χωρις βοήθεια απο τα πολυπληθή πάντοτε, Σουλτανικά στρατεύματα, καταρρίπτοντας έτσι, τον μύθο που επικρατεί σε μεγάλα τμήματα της Ελληνικής κοινής γνώμης, ότι: "Λίγοι Τούρκοι επιβλήθηκαν σε μεγάλους Ελληνικούς πληθυσμούς". Η ιστορική πραγματικότητα τους διαψεύδει, και είναι μάλλον πιο σύνθετη.

Γ) Ο Γερμανικός στρατός του Φρειδερίκου "Μπαρμπαρόσσα" ήταν ένας πλήρως επαγγελματικός στρατός, αποτελούμενος απο τους οικείους ιππότες του Αυτοκράτορα (Minestrales), πολυπληθή και άριστα οργανωμένα στρατεύματα Επισκόπων (Δέκα συμμετείχαν, τέσσερις επέζησαν) καθώς και επαγγελματικά  στρατεύματα Βοημών, Φρανκόνων και Βαυαρών πολεμιστών, ενώ γενικώς οι Γερμανοί ιππότες ήταν πολύ βαριά θωρακισμένοι, αν και προτιμούσαν να αφιππεύουν και να πολεμούν  πεζοί, όπου απέδιδαν καλύτερα.

Δ) Παρά τις δυσκολίες, απώλειες και ταλαιπωρίες, οι Γερμανοί πέρασαν "δια πυρός και σιδήρου" απο την Τουρκική Μικρά Ασία, κατέλαβαν εξ' εφόδου την πρωτεύουσα των Σελτζούκων, το Ικόνιο (κάτι που απέτυχε παταγωδώς να κάνει ο Μανουήλ Κομνηνός) και έφθασαν στην Κιλικία, απέχοντας κατά πολύ, απο το να θεωρηθούν διαλυμένοι. Οι Τούρκοι είχαν "γλυκαθεί" από τις επιτυχίες κατά των Γάλλων και Γερμανών της Β' Σταυροφορίας το 1147 και ειδικά με τη συντριβή του Αυτοκρατορικού στρατού στο Μυριοκέφαλο το 1176 και νόμιζαν οτι θα έκαναν πάλι τα ίδια, αλλά ο επαγγελματικός στρατός των Γερμανών αποδείχθηκε ακαταμάχητος για αυτούς. Δυστυχώς, ο ξαφνικός θάνατος του Αυτοκράτορα Φρειδερίκου στον ποταμό Καλύκαδνο απο πνιγμό (κατ'άλλους απο ανακοπή καρδιάς) ανέτρεψε τα πάντα, το ακέφαλο στράτευμα έφθασε τελικά στην Αντιόχεια της Συρίας, όπου πολλοί πέθαναν από δυσεντερία και ελονοσία (μεταξύ τους και ο διάδοχος, Δούκας της Σουαβίας), αρκετοί επέστρεψαν δια θαλάσσης στη Γερμανία, ενώ ελάχιστοι ενώθηκαν με τα στρατεύματα των Άγγλων και Γάλλων που κατέφθασαν στην περιοχή το 1191. Φυσικά, άλλη θα ήταν η πορεία της Γ' Σταυροφορίας αν δεν πέθαινε ο φοβερός πολεμιστής Φρειδερίκος "Μπαρμπαρόσσα" στην Κιλικία, το ζεστό εκείνο πρωινό της 10ης Ιουνίου 1190.....

* Ζουπάν: Τίτλος ευγένειας στη Σερβία, και γενικότερα στούς Δυτικούς Σλάβους.

** Εκχριστιανισμένοι Τούρκοι. Ήδη απο την δεκαετία του 1140, αιχμαλωτισμένοι Τουρκομάνοι εκχριστιανίζοταν επιτόπου και στέλνονταν σε αυστηρά μικρούς αριθμούς, σε φρουρές πόλεων στη Βόρεια Βαλκανική. Τα καθήκοντα τους ήταν περισσότερο αστυνομικού χαρακτήρα, ενώ δεν είχαν καμία τύχη απέναντι σε οργανωμένα στρατιωτικά σώματα, όπως στη Βερόη, όπου "όταν είδαν τους Γερμανούς να παρατάσσονται για μάχη, το έσκασαν"

*** Καλόπετρος: Πέτρος Α' Ασάν, πρώτος Τσάρος του Δεύτερου Βουλγαρικού κράτους (1185-1197).

**** Οι Κουμάνοι του κάτω Δούναβη ηταν έπαιξαν ενεργό ρόλο στην εξέγερση των Βουλγαροβλάχων αδερφών Ασάν τον Οκτώβριο του 1185, παρέχοντας δεκάδες χιλιάδων ελαφρών ιπποτοξοτών. 

***** Ήδη απο το 1000, στους Δυτικούς στρατούς υπηρετούσαν πολλά παιδιά 10-14 ετών (αναφέρονται και 8 ετών) που θεωρούνταν σαν "ιπποκόμοι" (Pages). Αυτά βέβαια εκτελούσαν πολλά καθήκοντα εντός στρατοπέδου: Έκοβαν ξύλα, μαζεύαν νερό και χορτονομή, πότιζαν τα ζώα του στρατού, φρόντιζαν τα άλογα, ετοίμαζαν το φαγητό, βοηθούσαν τους ιππότες να βάλουν τις θωρακίσεις τους και γενικώς έκαναν χίλια δυο πράγματα: Παρ'οτι δεν θεωρούταν "μάχιμοι" και δεν καταμετρούταν στην αριθμητική δύναμη του στρατού, αριθμούσαν μερικές εκατοντάδες και απείχαν πολύ απο το να θεωρούνται "άμαχοι". Οπλοφορούσαν όλα, με οπλισμό που κυμαινόταν απο μικρά μαχαίρια, μεγάλες φαλτσέτες και μικρά τσεκούρια, έως τόξα με λίγα βέλη. Ενώ δεν απαιτούταν απο αυτά να συμμετάσχουν στα πρώτα στάδια της μάχης, σε περιπτώσεις που το μέτωπο του εχθροί κατέρρεε συμμετείχαν με το παραπάνω. Αποτελείωναν τραυματίες με χαρακτηριστική αγριότητα, ενω τους "ξαλάφρωναν" απο οτιδήποτε πολύτιμο είχαν προτού φθάσουν οι...ενήλικοι.

******Σερζέντοι, θωρακισμένοι ακόλουθοι, πρόδρομοι των men-at-arms.



Στην εικόνα βλέπουμε τον Γερμανό ιππότη Χάρτμανν φον Άου (κέντρο) περίφημο ιππότη- ποιητή του ύστερου 12ου αιώνα (1160-1210), έναν θωρακισμένο πεζό από τη Βαυαρία (αριστερά) και έναν ελαφρό πεζό από τη Βοημία με μακρό τόξο (δεξιά) σε συμπλοκή με τον Αυτοκρατορικό στρατό στο δέλτα του Έβρου στις 19 Ιανουαρίου 1190...


Η γερμανική σταυροφορία του 1189/1190 μ.Χ., η διάβαση στα Βαλκάνια.

Κείμενο του Ηλία Αναγνωστάκη.

 Η Γερμανική σταυροφορία του 1189/90 είναι πολύ λίγο γνωστή, και στη σκιά της Τρίτης (1189-92) στην οποία συμμετείχαν επιφανείς ηγεμόνες, όπως ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος και Φίλιππος-Αύγουστος. Δεν θα έπρεπε όμως να είναι, γιατί εκτός του ότι ηγέτης της ήταν ο Γερμανός Αυτοκράτορας, Φρειδερίκος "Μπαρμπαρόσσα", το Γερμανικό σώμα ήταν κατά πολύ πολυπληθέστερο (30.000 ανδρες) και ισχυρότερο κατά πολύ από τις δυνάμεις των Άγγλων και Γάλλων που εκστράτευσαν στην Ανατολή.

Τρια χρονικά, τα οποία προέρχονται απο αυτόπτες μάρτυρες της Γερμανικής σταυροφορίας, η "Historia de Expedione de Imperatori Frederici", η  "Historia Peregrinorum", και το χρονικό του "Otto de St Blasien" περιγράφουν αναλυτικά, μέρα προς μέρα, την πορεία του Γερμανικού στρατεύματος μέσα απο τα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία.

Η περιγραφή είναι τόσο ζωντανή και αναλυτική, γεγονός πρωτόγνωρο για περιγραφή γεγονότων του Μεσαίωνα, σε βαθμό που να νομίζει κάποιος οτι παρακολουθεί...δελτίο ειδήσεων. 

Με χαρακτηριστική τευτονική μεθοδικότητα, οι Γερμανοί χρονικογράφοι καταγράφουν ημερησίως(!) τις απώλειες τους κατά τη διάβαση των Βαλκανίων και ειδικά της Μικράς Ασίας, ενώ δεν ξεχνούν να αναφέρουν και τις Τουρκικές απώλειες, με απίστευτη ανάλυση. 

Περιττό δε, να ειπωθεί, οτι όταν οι Γερμανοί χρονικογράφοι αναφέρονται στην Αυτοκρατορία, και τους κατοίκους της, χρησιμοποιούν αποκλειστικά τους όρους "Έλληνες", "Ελλάδα", η και "Αυτοκρατορία της Ελλάδας". Φυσικά, βέβαια δεν είναι και οι μόνοι, αφού οι Σκανδιναβοί του 10ου αιώνα, οι Αρμένιοι, και Γεωργιανοί του 11ου, οι Λατίνοι του 13ου, αλλά και Μουσουλμάνοι περιηγητές του 14ου αιώνα ( Ίμπν Μπατούττα) χρησιμοποιούν ακριβώς τους ίδιους όρους, γεγονός οχι τυχαίο.

Τα γεγονότα που θα περιγραφούν, είναι ενδεικτικά το τι αντιμετώπισαν οι Γερμανοί σταυροφόροι: 

1η Ιουλιου 1189: "Περάσαμε με όλη τη δύναμή μας τον ποταμο Σαυό, στο ύψος μιας ημιερειπωμένης Ελληνικής πόλης, που στα Γερμανικά λέγεται Wizzenburch, και στα ελληνικά Βελιγράδι, η οποία βρίσκεται απέναντι στην πόλη του Κουμπίν, και μπήκαμε στη χώρα των Ελλήνων" (Το βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας ακόμα βρισκόταν στο ύψος του Βελιγραδίου, παρ'οτι οι Σέρβοι υπο τον Στέφανο Νεμάνια είχαν επαναστατήσει και αποσχιστεί το 1181, ενώ οι Βουλγαρόβλαχοι αδερφοί Ασαν, ειχαν αποσχιστεί με την Βόρεια Βουλγαρία το 1185-παρ'ολα αυτά η Αυτοκρατορία ήλεγχε ακόμα τον άξονα Φιλιππούπολης-Ναισσού- Βελιγραδίου-Δυρραχίου μέχρι και τουλάχιστον το 1198).

2η Ιουλίου 1189: " Αφού περάσαμε ενα σκοτεινό δάσος, φτάσαμε στο Βρανίτζεβο, οπου μας δέχτηκε ο Έλληνας φρούραρχος, (Μανουήλ Καμύτζης)  ο οποίος απο την πρώτη στιγμή έδειξε οτι ήταν πονηρός και πανούργος, όπως είναι ο Αυτοκράτορας του και το δόλιο έθνος του"

Και ο Γερμανός χρονικογράφος συνεχίζει: 

"Μας συνέστησε να ακολουθήσουμε την δημόσια οδο της Βουλγαρίας, η οποία αποδείχθηκε ενα πατημένο μονοπάτι, βραχώδες, και ήταν σίγουρο οτι δεν ήταν ο κύριος δρόμος". 

"Σαν να μην έφθανε αυτο, οι Ούγγροι που ήταν μαζί μας (υπήρχε Ουγγρικό τμήμα ενσωματωμένο στη Γερμανική στρατιά) ήξεραν τους δρόμους, και προχωρούσαν δύο με τρεις μερες μπροστά απο εμάς, βρήκαν άλλους δρόμους, ετσι ώστε οι προδοτικοί Έλληνες να μην μπορούν να μας ενοχλήσουν". 

11 Ιουλίου 1189:

"Ακολουθήσαμε τον δρόμο που μας υπέδειξαν οι Ούγγροι, ήταν δασώδης και περνούσε μέσα απο την Βουλγαρία. Ξαφνικά, το μεσημέρι, αρχίσαμε να δεχόμαστε επιθέσεις απο Έλληνες, Σέρβους, Βουλγάρους και ημιβάρβαρους Βλάχους, που σκότωναν άνδρες μας που ξέφευγαν απο τη φάλαγγα για εύρεση τροφής, η υπηρέτες και νεαρά αγόρια που πλανιόντουσαν μέσα στο δάσος για εύρεση χορτονομής για τα ζώα του στρατού"

"Αυτοί οι παλιάνθρωποι, ξεμύτιζαν απο τις σκοτεινές φωλιές τους και σκότωναν τους δικούς μας με δηλητηριώδη βέλη. Κάποιους απο αυτούς τους συλλάβαμε, και ομολόγησαν ότι ενεργούσαν με εντολή του πανούργου και αλητήριου Έλληνα διοικητή του Βρανίτζεβο, και πάνω απο ολα με διαταγή του Αυτοκράτορα των Ελλήνων" (Ισαάκιος Β' Άγγελος).

"Τους κρεμάσαμε όλους, αλλά το κακό δεν σταμάτησε: Πονηροί Έλληνες και Βλάχοι ξέκοψαν και κατέσφαξαν ορισμένες ομάδες ανδρών μας, έκλεψαν άλογα και κατέκλεψαν άμαξες φορτωμένες με προμήθειες και αποσκευές, που δεν φρουρούταν επαρκώς"

25 Ιουλίου 1189: 

"Φθάσαμε στην πόλη του Νίς (Ναισσός) που ήταν ημικατεστραμμένη, γιατί ο Ούγγρος βασιλιάς Μπέλα την είχε καταλάβει προσωρινά οταν βασίλευε στην Ελλάδα ο τύραννος Ανδρόνικος (Ανδρόνικος Α' Κομνηνός, 1183-1185). Εκεί μείναμε τρείς μέρες, γιατί είχε καλή αγορά για εμάς"

27 Ιουλίου 1189: " Έφθασαν ξαφνικά στην πόλη, ο Σέρβος "Μεγάλος Κόμης" Νεαμάν (Στέφανος Νεμάνια) με τον αδερφό του Καζιμίρ, και μέσα σε λαμπρή τελετή, έγιναν θερμά δεκτοί απο τον Γερμανό Αυτοκράτορα. Του έδωσαν μεγάλες ποσότητες απο κρασί, κριθάρι, αλεύρι, πρόβατα και βόδια, τέσσερις φώκιες(!) ενα εξημερωμένο  αγριογούρουνο και τρια εξημερωμένα ελάφια." Πρόσφεραν στον Γερμανό Αυτοκράτορα όλες τις δυνάμεις τους, μαζί με τον τρίτο αδερφό τους Μίροσλαβ, για να κτυπήσουν τους Έλληνες, και να κυριαρχήσουν σε όλη την περιοχή μέχρι το Stralitz, που το είχαν πάρει απο τους Έλληνες".

Την ίδια μέρα, "έφθασαν και Βούλγαροι πρέσβεις, εκ μέρους των Βλάχων αδερφών Ασαν, και πρόσφεραν την συμμαχία τους στον Αυτοκράτορα εναντίον των Ελλήνων". 

Όλες αυτές τις ημέρες που τα Γερμανικά στρατεύματα καταυλιζόταν στην Ναισσό (Νις) κάποιοι υπηρέτες και νεαροί βοηθητικοί με την δικαιολογία οτι έψαχναν για χορτονομή, εξετράπησαν σε λεηλασίες σε σπίτια χωρικών και έκλεψαν σιτάρι, μέλι και λαχανικά. Το γεγονός καταγγέλθηκε, και ο ίδιος ο Φρειδερίκος διέταξε τον επίσκοπο του Wurzburg, εναν μετριοπαθή ιερωμένο να συνετίσει τους νεαρούς Γερμανούς. Πράγματι, οι κλοπές σταμάτησαν αμέσως. 

Ο Γερμανός αυτοκράτορας, για λόγους ασφάλειας, τροφοδοσίας αλλα και ταχύτητας, χώρισε την πολυπληθή στρατιά του (35.000 άνδρες ανάμεσα τους 3.000 ιππότες, και 5.000 περίπου βοηθητικοί, ιπποκόμοι, οπλουργοί, σιτιστές και οδηγοί αμαξών) σε τέσσερις φάλαγγες: Η εμπροσθοφυλακή υπο τον πρωτότοκο του γιο Φρειδερίκο, δούκα της Σουαβίας, που μαζί του ειχε τα στρατεύματα του επισκόπου Κονράδου του Ρέγκενσμπουγκ (οι Γερμανοί και γενικά οι Καθολικοί επίσκοποι πολλές φορές πολεμούσαν οι ίδιοι), του Μαρκησίου Μπέρντχολτ απο το Βόμπουργκ, του Μαρκησίου Χέρμαν απο το Μπάντεν, και επίσης στρατεύματα απο πέντε κόμητες απο το Σβάμπεν και τέσσερις απο τη Βαυαρία. 

Η δεύτερη φάλαγγα, αποτελείτο απο Βοημούς και Ούγγρους, με δικούς τους αρχηγούς.

Η τρίτη φάλαγγα αποτελείτο απο τα στρατεύματα εξη(!) επισκόπων, του Γκόττφριντ, επισκόπου του Βούρτζμπουργκ, που ήταν επίσης και Δούκας της ανατολικής Φρανκονίας, του Ρούντολφ της Λιέγης, τον Διεπόλδο του Πασσάου, τον Χέρμαν του Μύνστερ, τον Ερρίκο της Βασιλείας και τον Άρνολντ του Όσναμπουργκ, με σημαιοφόρο τον Κόμη Πόππο του Ένεμπεργκ.

Ο ίδιος ο Γερμανός Αυτοκράτορας, ηγήθηκε της τέταρτης φάλαγγας, που αποτελείτο απο την προσωπική του φρουρά, τα στρατεύματα επίσης του  αρχιεπισκόπου του Ταρεντέζ και του επισκόπου του Μέισσεν, του Κόμη της Ολλανδίας και του αδερφού του, καθώς και "στρατεύματα από δεκαέξι άλλους Κόμητες". Σημαιοφόρος της φάλαγγας ορίστηκε ο κόμης Ρούπερτ του Νασσάου, έμπειρος πολεμιστής και έμπιστος του Αυτοκράτορα. 

Όταν ο στρατός έφθασε στη Θράκη, σχηματίστηκε και μια πέμπτη φάλαγγα "που αποτελείτο απο το πεζικό και τους πιο δυνατούς υπηρέτες".

Οι τέσσερις Γερμανικές φάλαγγες αναχώρησαν απο την Ναισσό στις 29 Ιουλίου 1189, προχωρώντας σταθερά πρός τα νοτιοανατολικά, μέσα απο δύσβατα και πυκνά δάση μόνο και μόνο για να δεχτεί μαζικές επιθέσεις απο Έλληνες και Βλάχους ατάκτους: 

31 Ιουλίου 1189: 

"Γύρω στο μεσημέρι, κάποιοι άνδρες μας της εμπροσθοφυλακής που προχωρούσαν κάπως νωχελικά, έπεσαν σε ενέδρα των μυσαρών Ελλήνων, που τους λήστεψαν, σκότωσαν δυο ιππότες, και τραυμάτισαν βαριά πολλούς οδηγούς που οδηγούσαν άμαξες"

31 Ιουλίου 1189, απόγευμα: 

"Καθώς προχωρούσε η φάλαγγα του Κόμητα Μπέρντχολτ, του φημισμένου Δούκα της Μεράνια, μέσα απο το πυκνό δάσος, δέχτηκε ξαφνική επίθεση και απο τις δυο πλευρές, απο Έλληνες και Βλάχους που έκαναν το δάσος να ζωντανέψει, με τα βούκινα τους και τα ουρλιαχτά τους'"

"Θα σφαζόμασταν όλοι, αλλα ο Δούκας ίππευε πάνω-κάτω, άρπαξε ενα λάβαρο και μας εμψύχωσε. Επιτεθήκαμε και κατακομματιάσαμε τους Έλληνες και τους Βλάχους, και τους ρίξαμε απο τα δέντρα που είχαν σκαρφαλώσει για να σωθούν. Σκοτώσαμε σαρανταδύο,  πιάσαμε εικοσιτέσσερις που τους δέσαμε στις ουρές των αλόγων και τους κρεμάσαμε όλους". 

"Άλλος ένας άθλιος Έλληνας είχε ανέβει σε ενα ψηλό δέντρο για να μας τοξεύσει με ενα δηλητηριασμένο βέλος, ο κόμητας ομως του Μπέργκ τον είδε και τον τόξευσε πρώτος. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας διέταξε να κρεμαστεί το πτώμα του απο το ίδιο δέντρο". 

2 Αυγούστου 1189: 

" Οι επιθέσεις συνεχίζονται. Η εμπροσθοφυλακή απο Βοημούς και Βαυαρούς, υπο τον διάδοχο του θρόνου, Δούκα της Σουαβίας, δέχτηκε επίθεση από Βούλγαρους ληστές αλλά την απέκρουσε. Κρέμασε πολλούς από αυτούς". 

"Κατά την ίδια σύγκρουση, λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, πάλι Βούλγαροι επιτέθηκαν στο απόσπασμα που ηγείτο ο Κόμητας του Σαύν, αλλά αποκρούστηκαν αφήνοντας δώδεκα νεκρούς. Ενας άρρωστος ιππότης που μεταφερόταν με φορείο, σηκώθηκε, οπλίστηκε στα γρήγορα και κτύπησε εναν Βούλγαρο στο στόμα με το ξίφος του. Με το που έφυγαν οι Βούλγαροι, κατέρρευσε απο την εξάντληση πάνω στο φορείο του".

5-10 Αυγούστου 1189: 

"Οι Έλληνες εχθροί μας επιτίθονται ακατάπαυστα οσο πλησιάζουμε την Σόφια. Έχουν φοβερές απώλειες απο τα σπαθιά μας και τις βαλλίστρες μας, αλλά μας επιτίθονται συνέχεια, ειδικά το βράδυ". 

13 Αυγούστου 1189: 

"Φτάσαμε στην Σόφια, αλλά ήταν έρημη. Δεν υπήρχε καμία αγορά να προμηθευτούμε τρόφιμα.  

Ολα τα σταυροδρόμια γύρω απο την πόλη έχουν αποκλειστεί απο κομμένα δέντρα και σωρούς απο πέτρες, με διαταγή -είμαστε σίγουροι- του Έλληνα Αυτοκράτορα (Ισαάκιος Β' Άγγελος). 

Με τη βοήθεια του Θεού, τα κάψαμε ολα για να περάσει ο στρατός".

14 Αυγούστου 1189: 

" Είμαστε πολύ ευτυχισμένοι! Μια μεγάλη ομάδα πεζικού και προσκυνητών με επικεφαλής πολλούς ευγενείς ιππότες και τον επίσκοπο Ερρίκο του Τούλ, και τον άρχοντα Γκώμπερντ του Ασπρεμόντ, ήρθαν ταχύτατα μέσω Ουγγαρίας και Βουλγαρίας και μας πρόλαβαν έξω απο τη Σόφια! ( Προφανώς το Γερμανικό στράτευμα έφθασε και πάλι την οροφή των 35.000 ανδρών, αγγίζοντας ίσως και τις 40.000, καλύπτοντας τις απώλειες απο τις ακατάπαυστες επιθέσεις Έλληνων, Βλάχων και Βουλγάρων, που θα αριθμούσαν αρκετές εκατοντάδες άνδρες).

16 Αυγούστου 1189: 

"Φθάσαμε στα σύνορα της Θράκης, όπου μάθαμε οτι τα ορεινά στενά (Ροδόπη) είχαν φραχθεί απο τους μισητούς Έλληνες με φράγματα δέντρων. Ακόμα χειρότερα μάθαμε οτι ενας μεγάλος Ελληνικός στρατός μας παρακολουθούσε από μέρες απο τα βουνά" (Επρόκειτο προφανώς για τους 20.000 άνδρες του Δομέστιχου των Σχολών της Δύσεως Αλέξιου Γίδου και του Πρωτοστράτορα Μανουήλ Καμύτζη, που ακολουθώντας εντολές του ιδίου του Αυτοκράτορα, παρακολουθούσαν την Γερμανική στρατιά ήδη απο τις 10 Αυγούστου).

16/17 Αυγούστου 1189: 

"Μετά τα μεσάνυχτα, επιτεθήκαμε αφνιδιαστικά στα οδοφράγματα που είχαν στήσει οι Έλληνες και και μετά απο έντονη αλλά σύντομη μάχη, τα ανοίξαμε, οι Έλληνες αποχώρησαν μέσα στο σκοτάδι". 

26 Αυγούστου 1189:

"Φτάσαμε επιτέλους στη Φιλιππούπολη. Βρήκαμε πολύ σιτάρι σε λάκκους, και πολλά αμπέλια. Μείναμε έντεκα εβδομάδες στην πόλη να ξεκουραστούμε, γιατί ο Έλληνας Αυτοκράτορας είχε αρνηθεί να μας δώσει πλοία για να περάσουμε στην Ασία" ( Ο Ισαάκιος ήδη από το 1188 είχε υπογράψει μυστικό σύμφωνο με τον Αγγιουβίδη Σουλτάνο, Σαλαντίν, ώστε να παρεμποδίσει τους Σταυροφόρους να περάσουν απο τα Βαλκάνια. Εκτός αυτού,  είχε ασφαλείς πληροφορίες οτι οι Γερμανοί θα επιχειρούσαν και επίθεση εναντίον της Κων/πολης, σε συνεργασία με Σέρβους και Βουλγάρους, κάτι που μάλλον αληθεύει, απλά ο Γερμανός Αυτοκράτορας είχε άλλες προτεραιότητες εκείνη την στιγμή, αφού κατεπειγόταν να φθάσει στην Ιερουσαλήμ). Οι Αρμένιοι της πόλης μας καλοδέχτηκαν, και μας έδωσαν τρόφιμα. Κάποιοι νέοι απο τον στρατό μας λήστεψαν μερικούς Αρμένιους, και ο Αυτοκράτορας διέταξε αμέσως να αποκεφαλιστούν για τιμωρία. Βλέποντας αυτό, οι Αρμένιοι έφεραν περισσότερα τρόφιμα". ( Ο Χωνιάτης τονίζει την συνεργασία Αρμένιων και Γερμανών, λέγοντας ότι: "Σαν αιρετικοί που είναι και οι δυο, δεν έχουν και τίποτα να χωρίσουν".

28 Αυγούστου 1189, ξημερώματα: 

"Μάθαμε οτι μια μεγάλη μονάδα του Ελληνικού στρατού ήταν στρατοπεδευμένη τρια μίλια μακριά απο εμάς, δεν επιτιθόταν όμως, και ήταν κρυμμένη. Αμέσως ο διάδοχος, ο λαμπρος Φρειδερικος, κόμης της Σουαβίας (εικόνα) όπλισε μια μεγάλη ομάδα απο ιππότες ενώ ήταν ακόμα νύχτα, και επιτέθηκαν στους κοιμισμένους Έλληνες. Αυτοί (στήν ουσία Αλανοί μισθοφόροι με Έλληνες αξιωματικούς) μας πήραν είδηση και το έσκασαν καθώς ξημέρωνε. Παρ'ολα αυτά, σκοτώσαμε πενήντα απο αυτούς και τον σημαιοφόρο τους".

30 Αυγούστου 1189: 

"Ο Αυτοκράτορας έστειλε τον γιο του, συνονόματο Φρειδερίκο, κόμη της Σουαβίας με τον συγγενή του, Δούκα Μπέρντχολτ της Μεράνια, με το μεγαλύτερο μέρος του στρατού να κτυπήσουν την πολύ πλούσια πολη της Βερόης (Στάρα Ζαγόρα, το σημείο που ο Ιωςννης Β' Κομνηνός συνέτριψε τους Πετσενέγγους το 1122) που την φρουρά της την αποτελούσαν Κουμάνοι και Τούρκοι* που ήταν μισθοφόροι του Έλληνα Αυτοκράτορα. Αυτοί, μολις μας είδαν, βγήκαν απο την κεντρική πύλη, παρατάχθηκαν για μάχη και μας έβλεπαν. Μόλις όμως κατάλαβαν ότι οι ήμασταν έτοιμοι για επίθεση, μπήκαν ξανά μέσα στήν πόλη, βγήκαν από την πίσω πύλη της πόλεως και εξαφανίστηκαν στα βουνά. Τότε μπήκαμε στην αφύλακτη πόλη, και βρήκαμε μεγάλες ποσότητες από σιτάρι, βρώμη, αλεύρι, κρασί, βόδια, πρόβατα, και μια τεράστια ποσότητα από ενδύματα κάθε είδους, τόσο μεγάλη που κουραστήκαμε να τα μαζεύουμε Μείναμε τέσσερις μέρες στην πόλη, και γυρίσαμε στο Αυτοκρατορικό στρατόπεδο με τα άλογα και τα αμάξια κατάφορτα με προμήθειες και λάφυρα".

4 Σεπτεμβρίου 1189: 

"Ο Στρατάρχης του Αυτοκράτορα, Ερρίκος του Κάλντεν, υποχρέωσε τους κατοίκους του κάστρου Σκριβέντιον να παραδοθούν, και εγκατέστησε μια φρουρά εκεί, καθώς και συνέλαβε έναν ηγούμενο εκεί από μια σκήτη μοναχών, που ειχε γεννηθεί στην Ιρλανδία". 

16 Σεπτεμβρίου 1189: 

"Ο ίδιος Στρατάρχης, μαζί με την φρουρά του Αυτοκράτορα, και τα στρατεύματα του επισκόπου του Πασσάου και του Δούκα της Μεράνια επιτέθηκε σε μια οχυρότατη πόλη, που την έλεγαν Brandovei (Βοδενά/Έδεσσα). Οι κάτοικοι όμως αντιστάθηκαν λυσσασμένα, πραγματοποίησαν θυελλώδη έξοδο και πολέμησαν γενναία, αλλά ως συνήθως, υποχώρησαν, κλείστηκαν στην πόλη τους και άρχισαν να μας πετούν πέτρες και βέλη από τα τείχη. Αναγκαστήκαμε να ζητήσουμε ενισχύσεις , αλλά πριν ακόμα αυτές έρθουν, αυτοί παραδόθηκαν. Τα ίδια έγιναν και με την οχυρή πόλη της Πέρνας"( Πετρίτσι- φαίνεται ξεκάθαρα λοιπόν, ότι και για λόγους εύρεσης προμηθειών αλλά και κυρίως, για να πιέσουν τον Αυτοκράτορα Ισαάκιο να τους επιτρέψει την διάβαση απο τον Ελλήσποντο, οι Γερμανοί άρχισαν να εισβάλλουν και να λεηλατούν όχι μόνο περιοχές της Βουλγαρίας και της Θράκης, αλλά και της Μακεδονίας, αφού η Έδεσσα ειναι πολύ μακριά απο την Φιλιππούπολη, όπου είχε καταυλιστεί ο Γερμανικός στρατός για εβδομάδες).

18 Σεπτεμβρίου 1189: 

"Ο Αυτοκράτορας Φρειδερίκος έστειλε δυο πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη, τον Βέρνερ, ηγούμενο του Aγίου Βίκτωρα στο Μαίντζ, και τον ιππότη Γκόττφριντ του Βίζενμπαχ, ώστε να διαβεβαιώσουν τον Έλληνα Αυτοκράτορα οτι ο Γερμανός ηγέτης δεν ειχε συνομωτήσει με τους Σέρβους και Βουλγάρους εναντίον του, ούτε είχε κανένα σχέδιο κατά του Βασιλείου της Ελλάδας".

"Επίσης, τον καλούσαν να τηρήσει τις υποσχέσεις του, για ασφαλή διέλευση των Γερμανών στην Ασία, όπως είχε συμφωνηθεί στην Νυρεμβέργη τον Δεκέμβρη του 1188". 

28 Οκτωβρίου 1189: 

"Οι πρέσβεις γύρισαν, και τόνισαν στον Αυτοκράτορα ότι οι Έλληνες θα τηρήσουν τις υποσχέσεις τους, αν και με αυτά που έκαναν, θα υποχρέωναν τους Γερμανούς να περάσουν τον Ελλήσποντο μέσα στο χειμώνα, ενώ κανείς δεν ξέρει τι συμφωνία θα είχαν κάνει με τους Τούρκους" (Οι Γερμανοί βέβαια, είχαν προβεί σε συμφωνία με τους Σελτζούκους του Κιλίτζ Αρσλαν Β' στη Νυρεμβέργη τον Δεκέμβριο του 1188 για την ασφαλή διέλευση τους από τις Τουρκοκρατούμενες περιοχές).

5 Νοεμβρίου 1189: 

"Φύγαμε απο τη Φιλιππούπολη με το μεγαλύτερο μέρος του στρατεύματος, αφήνοντας σαν φρουρά  πίσω πέντε επισκόπους, τον Λιέγης, Πασσάου, Μύνστερ, Τούλ, και Ταραντέζ, μαζί με κάποιους επιφανείς ιππότες και επίλεκτα στρατεύματα, τις περισσότερες αποσκευές και το ταμείο της στρατιάς". 

19 Νοεμβρίου 1189: 

"Οι Ούγγροι της στρατιάς διεμήνυσαν οτι ήθελαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Μόνο τρεις βαρόνοι έμειναν μαζί μας, οι υπόλοιποι έξη και ο επίσκοπος του Ράαμπ γύρισαν πίσω".

22 Νοεμβρίου 1189: 

"Φτάσαμε στην Αδριανούπολη, η πόλη ήταν σχεδόν άδεια. Η πόλη περιβαλλόταν από δυο ποτάμια, και στις άλλες πλευρές απο υψηλά τείχη, και μέσα απο αυτά υψώνονται θεόρατα τα παλάτια της. Μείναμε εκεί, για να περάσουμε τον χειμώνα". 

23 Νοεμβρίου 1189: 

"Ενα ισχυρό απόσπασμα μας, με επικεφαλής τον επίσκοπο Κονράδο του Ρέγκενσμπουργκ και εναν προσκυνητή απο τον Ρέγκενσμπουργκ, που ήξερε ελληνικά και γνώριζε την περιοχή, κατέλαβε την πόλη Πρόβατον, και βρήκε πολλές προμήθειες εκεί"

24 Νοεμβρίου 1189: 

"Ο γιος του Αυτοκράτορα, ο ονομαστός Δούκας της Σουαβίας, με ισχυρή δύναμη πολιόρκησε το Ντιμότικα (Διδυμότειχο) που το υπεράσπιζε ισχυρή φρουρά απο Κουμάνους και Έλληνες, που αποδείχθηκαν πολύ ικανότεροι και γενναιότεροι απο το συνηθισμένο. Μετά απο πολύ σκληρή μάχη στην οποία σκοτώθηκαν τρεις ιππότες μας (προφανώς δεν αναφέρει τους νεκρούς πεζούς, που θα ήταν πολύ περισσότεροι) ανεβήκαμε στα τείχη, με πρώτο έναν συγκεκριμένο ιππότη από το Γουόρμς, που στάθηκε πάνω στο τείχος κραδαίνοντας το λάβαρο του. Τον ακολουθήσαμε. Είχαμε και πολλούς τραυματίες από πέτρες και βέλη. Όλους τους άνδρες κατοίκους τους σφάξαμε, ήταν πάνω απο χίλιοι πεντακόσιοι. Αφήσαμε ζωντανούς μόνο τις γυναίκες και τα παιδιά. Ανάμεσα στα λάφυρα, ενας ιππότης μας αναγνώρισε τρία δικά του άλογα που του τα είχαν κλέψει στη Βουλγαρία".

7 Δεκεμβρίου 1189: 

"Ανησυχώντας για τους άνδρες μας που είχαν μείνει πίσω στη Φιλιππούπολη, ο Αυτοκράτορας Φρειδερίκος έστειλε τον Δούκα Μπέρντχολντ της Δαλματίας, τον Κόμη της Ολλανδίας και τον Φρειδερίκο, διοικητή του Μπέργκ, με χίλιους διακόσιους άνδρες και αμάξια και μουλάρια, να τους φέρει όλους πίσω ασφαλείς στήν Αδριανούπολη".

"Πρίν ακόμα φθάσουν όμως στην Φιλιππούπολη, τα στρατεύματα του επισκόπου του Πασσάου είχαν συναντήσει Ελληνικό στρατό στην περιοχή του Μπατκούν. Μετά απο σκληρή μάχη, σκότωσαν πολλούς Έλληνες. Καθώς γύριζαν οι Έλληνες είχαν αφηνιάσει, και ήθελαν να εκδικηθούν τους νεκρούς τους. Τότε έφθασαν τα στρατεύματα του Δούκα της Δαλματίας, πέσαμε πάνω στούς Έλληνες και σκοτώσαμε τριακόσιους από αυτούς" 

11 Δεκεμβρίου 1189: 

"Κοντεύαμε να φθάσουμε στην Φιλιππούπολη, όταν συναντήσαμε στον δρόμο έναν Σέρβο "Ζουπάν" ** που συνόδευε εναν δικό μας ιππότη που είχε πιαστεί αιχμάλωτος από ληστές στη Βουλγαρία.  Την ίδια στιγμή, ο Άρνολντ του Χόμπεργκ, με δεκαέξι συντρόφους του, έπεσε σε ενέδρα τριακοσίων Ελλήνων. Δεν έχασε το θάρρος του, αυτός και οι σύντροφοί του πολέμησαν γενναία, σκότωσαν τρεις από τους αρχηγούς τους, έριξαν άλλους τρεις στο έδαφος, τραυμάτισαν πολλούς και αιχμαλώτισαν έξη άλογα. Οι Έλληνες διασκορπίστηκαν".

12 Δεκεμβριου 1189: 

"Εμφανίστηκε ενας Βούλγαρος πρέσβης στην Αδριανούπολη,  σταλμένος απο τον Καλόπετρο*** συνάντησε τον Αυτοκράτορα Φρειδερίκο στη σκηνή του, και του πρότεινε  να τον βοηθήσουν με 40.000 άνδρες, Βλάχους και Κουμάνους με τόξα ***να κατακτήσουν την Κωνσταντινούπολη υπο τον όρο ο Καλόπετρος να γίνει Αυτοκράτορας. Ο Φρειδερίκος τον ευχαρίστησε για την ώρα, του υποδέχθηκε φιλικά και τον έστειλε πίσω, μάλλον με άδεια χέρια".

13 Δεκεμβρίου 1189: 

"Ο διάδοχος, ο νεαρός και γενναίος Φρειδερίκος, Δούκας της Σουαβίας, με τα αγόρια*****της  στρατιάς και τριακόσιους ιππότες, εισέβαλλε στη Μακεδονία, και έφθασε στη θάλασσα, όπου πολιόρκησε την πόλη Minas (Αίνος, στο δέλτα του Έβρου) που περιβάλλεται παντού απο θάλασσα εκτός απο μια πλευρά. Οι κάτοικοι το έσκασαν με πλοία, και οι Γερμανοί πήραν πλούσια λάφυρα. Την εγκατέλειψαν όμως γρήγορα, γιατί δεν είχαμε δουλειά στην Ελλάδα, αλλά θέλαμε να πάμε στην Ιερουσαλήμ".

17 Δεκεμβρίου 1189: 

"Κατέφθασε πρεσβεία απο την Κωνσταντινούπολη, με προτάσεις απο τον Έλληνα Αυτοκράτορα, που είχε ταραχτεί πολύ απο τις καταστροφές των εδάφων του. Ο Φρειδερίκος τους καλοδέχθηκε, αλλά άφησε τους Έλληνες πρέσβεις, τον "Πανσέβαστο" Ευμάθιο Φιλοκάλη και τον Ιωάννη τον Πιζανό,, υπο την εποπτεία του Μπέρτχολντ του Κόνιξμπεργκ, τον Μάρκγουορντ του Ανβέλερ, και τον καγκελάριο Μάρκγουορντ του Νόυμπεργκ, να δούν αν έλεγαν αλήθεια οι Έλληνες πρέσβεις.

17 Δεκεμβρίου 1189: 

"Έφθασε στήν Αδριανούπολη ο κληρικός και Αυτοκρατορικός πρέσβης Έμπερναρντ, με γράμματα του Ούγγρου Βασιλέα Μπέλα, για τον Ισαάκιο. Ο Ούγγρος βασιλιάς είχε ταραχτεί πολύ απο την πρόοδο των Γερμανών, και μόλις έμαθε την τύχη του Διδυμοτείχου είχε γίνει "χλωμός".

15 Ιανουαρίου 1190:

"Φύγαμε απο τη Φιλιππούπολη αφού της βάλαμε φωτιά, αφού το μίσος μας για τους Έλληνες είχε φουντώσει. Φτάσαμε στην πόλη της Βερόης, που την κάψαμε και αυτή" 

17 Ιανουαρίου 1190:

"Ο νεαρός διάδοχος, ο Δούκας της Σουαβίας, έκανε τέταρτη(!) εξόδο απο την Αδριανούπολη και κυρίευσε εξ εφόδου την Αρκαδιούπολη (Σαράντα Εκκλησίες/Lule Burgaz). Βρήκε πολύ κρασί και τρόφιμα".

18 Ιανουαρίου 1190: 

" Οι άνδρες μας συνάντησαν ξαφνικά αποσπάσματα του στρατού του Αυτοκράτορα αποτελούμενα από Βλάχους και Κουμάνους. Έγινε σκληρή μάχη, τους τρέψαμε σε φυγή, μερικοί δικοί μας αλλά πολλοί περισσότεροι εχθροί πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Χάσαμε όμως δεκαπέντε σερζέντους****** και έναν ιππότη, τον Χιού του Τέισμπαχ.

19 Ιανουαρίου 1190:

"Μετά από αυτά, ο νεαρός Δούκας της Σουαβίας επέστρεψε στη βάση μας, την Αδριανούπολη.

Η φάλαγγα των Βοημών (Τσέχων) όμως,  που ήταν μαζί μας, που ήταν πολύ εμπειροπόλεμη και ειδικευόταν και στη λαφυραγωγία, μαζί με κάποιους άλλους, κατευθύνθηκαν πρός την ακτή (Θρακικό πέλαγος) για να κτυπήσουν μια παραλιακή πόλη, όπου πήραν άλογα και μουλάρια, κρασί και σιτάρι, καθώς και οτι άλλο χρειαζόταν. Επιτέθηκαν κιόλας στην επιστροφή, σε ενα τμήμα του ελληνικού στρατού που μαζί με αμάχους είχε καταφύγει σε ενα τελείως απροσπέλαστο βάλτο (Προφανώς το Δέλτα του Έβρου) και πήραν και απο εκεί λάφυρα".

20 Ιανουαρίου- 5 Φεβρουαρίου 1190:

Δυο φάλαγγες μας, εισέβαλαν σε διάφορα μερη της Ελλάδας: Η πρώτη, με επικεφαλής τον επίσκοπο του Βούρτζμπουργκ και τους κόμητες του Σάλμ, Γουίντ, και Σπάνχαιμ, κινήθηκε κατευθείαν προς την χώρα των Βλάχων (Θεσσαλία) καταλαμβάνοντας δυο πόλεις που είχαν εγκαταλειφθεί απο τους Έλληνες και κατέλαβε μια τρίτη, μετά απο αιματηρή επίθεση (Λάρισα;) πάνω απο 5.000 Έλληνες σκοτώθηκαν. Μια απο αυτές τις πόλεις παραδόθηκε στη πυρά. 

Η δεύτερη φάλαγγα, οδηγούμενη από τον κόμη του Άμπενμπεργκ και τον Φρειδερίκο, εκφωνητή του Μπέργκ, κινήθηκε προς νότια ( Στερεά Ελλάδα;) πραγματοποιώντας τρομερή σφαγή και επιστρέφοντας με πολλά λάφυρα" (Φαίνεται, για να πιέσουν ακόμα περισσότερο τον Ισαάκιο να τους διεκπεραιώσει στήν Ασία, που κωλυσιεργούσε, τα Γερμανικά στρατεύματα άρχισαν να εισβάλλουν και να λεηλατούν και νοτιότερες Ελληνικές περιοχές).

14 Φεβρουαρίου 1190: 

"Χαρούμενα νέα. Έφθασε στην Αδριανούπολη ο κόμης Μπέρντχολντ από το Κόνιξμπεργκ, με την είδηση οτι ο Έλληνας Αυτοκράτορας συμφώνησε να μεταφερθούμε στην Ασία, να παρέχει εκατόν πενήντα πλοία για τη μεταφορά του στρατού, εβδομήντα ιππαγωγές γαλέρες (ενδεικτικό του πόσα πολλά άλογα διέθεταν οι Γερμανοί, αφού η κάθε μια μπορούσε να μεταφέρει περίπου εκατό), μεταξύ Σηστού και Αβύδου, να σταθμεύσει τον στρατό του σε απόσταση τεσσάρων ημερών μακριά απο εμάς, να παρέχει αγορές ανοικτές για να προμηθευτούμε τρόφιμα και να μας παραδώσει εικοσιδύο ομήρους για εγγύηση. Θα παρέμεναν μαζί μας μέχρι να φτάσουμε στην περιοχή της Φιλαδέλφειας, και μετά θα τους απελευθερώναμε, αφού θα μπαίναμε σε Τουρκικό έδαφος".

28 Φεβρουαρίου 1190:

"Μάθαμε οτι ενα πολύ μεγάλο στράτευμα του Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, συγκεντρωνόταν στα ανατολικά μας (Ανατολική Θράκη) για να κινηθεί κατα των Βλάχων" (προφανώς εννοεί την μαζική εκστρατεία του Ισαακίου Β' Αγγέλου εναντίον των Βουλγαρόβλαχων των αδερφών Ασάν).

1η Μαρτίου 1190: 

"Ο διάδοχος του θρόνου, Δούκας της Σουαβίας, ξεκίνησε απο την Αδριανούπολη με τις φάλαγγες των Σουηβών και των Βαυαρών, κατευθυνόμενος προς τα θαλάσσια στενά (Δαρδανέλλια).

2 Μαρτίου 1190: 

"Ο υπόλοιπος στρατός, με επικεφαλής τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, αναχώρησε και αυτός απο την Αδριανούπολη με κατεύθυνση στα στενά, αφού έμεινε δεκατέσσερις εβδομάδες σε αυτή την πόλη. Δυστυχώς σε αυτό το διάστημα, πέθαναν μετά από σύντομη αρρώστια τρεις διακεκριμένοι ιππότες μας: Ο Γκώμπερντ του Ασπρεμοντ, ο κόμης Σίμον του ΣπάνχαΙμ και ο Ρεϋμόνδος του Ρέιφενμπεργκ". 

16 Μαρτίου 1190:

"Βρέχει συνεχώς, κατευθυνόμαστε νότια. Τα ζώα υποφέρουν, πέθανε ξαφνικά ο ευγενής Πότο του Μάσσινγκ". 

18 Μαρτίου 1190: 

"Φτάσαμε στην πόλη της Ρούσσας (Ρούσσιο, στον Έβρο). Βρέχει καταρρακτωδώς. Ο δρόμος ειχε μετατραπεί σε λάσπη, ξεφορτώσαμε πολλές άμαξες που είχαν κολλήσει και τα φορτώσαμε  όλα σε άλογα και μουλάρια. Ήταν Κυριακή των Βαΐων".

21 Μαρτίου 1190: 

"Είναι Τετάρτη. Αφού περάσαμε μια πόλη, το Brachol (Bolayir) φτάσαμε επιτέλους στη Καλλίπολη"

22 Μαρτίου 1190: 

«Πέμπτη. Ο Δούκας της Σουαβίας, είναι ο πρώτος που περνάει στην Ασία, με μεγάλη τελετή, ακολουθούμενος από τους Σουηβούς και τους Βαυαρούς».

22- 28 Μαρτίου 1190:

«Ο στρατός ήταν τόσο μεγάλος, που έκανε έξη μέρες να περάσει στην Ασία. Γιορτάσαμε το Πάσχα στις 25 Μαρτίου. Τα σύννεφα μαύρα και πυκνά. Βρέχει συνεχώς».

28 Μαρτίου 1190:

«Αφού πέρασε όλος ο στρατός, ο Αυτοκράτορας Φρειδερίκος πέρασε τελευταίος στην Ασία, με πέντε πλοία γεμάτα απὀ πολεμιστές, ενώ οι Έλληνες φύσαγαν τρομπέτες σε μια λαμπρή τελετή».

29 Μαρτίου 1190: 

"Τριάντα εννέα εβδομάδες πέρασαν από τότε που μπήκαμε στη χώρα που κυβερνούν οι Έλληνες μέχρι που φτάσαμε στην Καλλίπολη. Αφού ολόκληρος ο στρατός πέρασε στην Ασία, αφήσαμε όλα τα κάρα και τις άμαξες στην ακτή. Φορτώσαμε τα πάντα σε άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια και προχωρήσαμε προς το εσωτερικό, αφήνοντας την Τροία στα δυτικά μας". (Γενικώς υποστηρίζεται οτι οι Γερμανοί το έκαναν αυτό γιατί οι αρχαίοι Ρωμαϊκοί δρόμοι, είχαν μικρύνει σε πλάτος κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα και κακοσυντηρούνταν. Αυτό όμως στη Μικρά Ασία δεν φαινόταν να ισχύει, γιατί επανειλλημένα μεγάλοι στρατοί επι Ηρακλείου, Κωνσταντίνου Ε', Θεοφίλου, Νικηφόρου Φωκά, Τσιμισκή και Βουλγαροκτόνου είχαν διασχίσει τη Μικρά Ασία όπως και η κολοσσιαία στρατιά (120.000 άνδρες) του Ρωμανού Διογένη και ειδικά του Μανουήλ Κομνηνού (60.000 άνδρες) με 3.000 άμαξες, μόλις δεκατέσσερα χρόνια πριν (1176), οπότε μάλλον δεν ετίθετο θέμα καλής κατάστασης των δρόμων, όσοι τουλάχιστον συνέχιζαν να είναι υπο Ελληνική κατοχή ( Βιθυνία, Φρυγία, Παφλαγονία, Λυδία, Καρία, Λυκία και τμήματα της Πισιδίας). Αυτό είναι γνώμη φυσικά του γράφοντος, όπως και η γνώμη οτι οι Γερμανοί έκαναν αυτή την επιλογή, για να κινούνται ταχύτερα, αφού είχαν δαπανήσει πολύ χρόνο στα Βαλκάνια).



(Στην εικόνα ο διάδοχος του Γερμανικού θρόνου, ο νεαρός Δούκας της Σουαβίας, επελαύνει κατά των Τούρκων, σε μια από τις αμέτρητες συμπλοκές μαζί τους στο Μικρασιατικό οροπέδιο, τον Μάιο του 1190)


Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2021

Σφαγή στον Δραβήσκο, το αθηναϊκό σώμα εκμηδενίζεται από τους Θράκες(465/4 π.Χ.).

Το 465/4 π.Χ. οι Αθηναίοι, για να φέρουν πίσω «με το κακό» πλέον τους Θασίτες οι οποίοι αγανακτισμένοι αποχώρησαν από τη Δηλιακή Συμμαχία, έστειλαν στόλο στην Θάσο. Στη ναυμαχία που ακολούθησε νίκησαν και αποβιβάστηκαν στο νησί σε μια πολιορκία που θα διαρκούσε ως το 462 π.Χ. Ταυτόχρονα όμως, οι Αθηναίοι, κινήθηκαν και χερσαία. Το γειτονικό Παγγαίο αποτελούσε από καιρό ένα ελκυστικό έπαθλο για τις αθηναϊκές βλέψεις, με τα πλούσια μεταλλεία χρυσού, αργύρου αλλά και την ξυλεία για να καταστεί ένας γενναίος «αιμοδότης» στη συνέχιση της αθηναϊκής ηγεμονίας. Στα εδάφη αυτά βρισκόταν οι Ηδωνοί, μια ισχυρή θρακική φυλή από τις δεκάδες στον ευρύτερο χώρο της τότε γεωγραφικής Θράκης και Μακεδονίας. 

Η Ηδωνία εκτεινόταν από τη λίμνη του Αχινού και τις εκβολές του Στρυμόνα μέχρι τον Νέστο. Με σημερινά όρια, είναι το μεγαλύτερο μέρος του νομού Δράμας και Καβάλας καθώς και το ΝΑ τμήμα του νομού Σερρών. Οι Ηδωνοί είχα δώσει δείγμα της σκληροτράχηλης φύσης τους 30 περίπου χρόνια νωρίτερα, το 497/6 π.Χ. Τότε, είχαν «αφανίσει» (Ηρόδοτος 5.126.2 « ἐκ δὲ ταύτης ὁρμώμενος ἀπόλλυται ὑπὸ Θρηίκων αὐτός τε ὁ Ἀρισταγόρης καὶ ὁ στρατὸς αὐτοῦτους») τους Μιλήσιους που τους πολιορκούσαν στη Μύρκινο υπό τον Αρισταγόρα πραγματοποιώντας αιφνιδιαστική έξοδο από την πόλη σκοτώνοντας μάλιστα και τον ίδιο τον Αρισταγόρα.

Οι Αθηναίοι έστειλαν στον Στρυμόνα 10.000 αποίκους υπό τον Λέαγρο και τον Σωφάνη (Ηρόδοτος 9.75.1),δικούς τους και από την υπόλοιπη συμμαχία, εκ των οποίων οι 2.500 με 3.000 στρατιώτες*, οπλίτες και ψιλοί πεζοί κυρίως πιθανότατα, για να εγκατασταθούν στην τότε ονομαζόμενη πόλη Εννέα Οδοί, τη σημερινή Αμφίπολη. Αν μη τι άλλο, οι συνολικοί αριθμοί δείχνουν ότι η Αθήνα είχε σκοπό να πατήσει για τα καλά το πόδι της στην περιοχή και να αποτελεί μια μόνιμη φύλαξη τροφοδοσίας για τη μητροπόλη και μια σταδιακή ίσως επέκταση σε γειτονικά σημεία. Η πόλη κυριεύτηκε εύκολα και οι Ηδωνοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν στα ενδότερα της Θράκης. Η συνέχεια δεν ήταν όμως η ανάλογη. 



Καθώς το αθηναϊκό σώμα άρχισε να κινείται προς τα Β/ΒΑ εκει που βρίσκεται η σημερινή Νέα Ζίχνη, η ενέδρα είχε στηθεί. Χιλιάδες Θράκες από τις γειτονικές φυλές, οι οποίοι θεωρούσαν την εγκατάσταση της αποικίας ως γεγονός που αργά ή γρήγορα θα αποτελούσε και δικό τους πρόβλημα, συνέρρευσαν για να αντιμετωπίσουν τους Αθηναίους. Στον Δραβήσκο επιτέθηκαν. Οι πάντα πολυπληθείς, ψηλοί και ορμητικοί Θράκες, οπλισμένοι με τις επιβλητικές ρομφαίες, τα τσεκούρια, τους ακινάκες (ξίφη) τα ακόντια και την πέλτη ανά χείρας κατέπεσαν σαν κεραυνός πάνω στους Αθηναίους που σίγουρα δεν περιμέναν κάτι τέτοιο. 

Η συντριβή ήταν ολοκληρωτική αφού το εγχείρημα εγκαταλείφθηκε αμέσως και οι επιζώντες ήταν ελάχιστοι - σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (1.100.3) «καταστράφηκαν» : «.. διεφθάρησαν ἐν Δραβησκῷ τῇ Ἠδωνικῇ ὑπὸ τῶν Θρᾳκῶν ξυμπάντων..». Οι Αθηναίοι θα χρειάζονταν είκοσι εννέα ολόκληρα χρόνια (437/6 π.Χ.), για να έρθουν ξανά προς ίδρυση της αποικίας με επικεφαλής τον Άγνωνα του Νικίου, όταν και έδιωξαν οριστικά πλέον τους Ηδώνες χτίζοντας και οχυρώνοντας την πόλη δίνοντας το σημερινό όνομα Αμφίπολη επειδή ο ποταμός Στρυμονας την περιβρεχει και από τις 2 πλευρές (Θουκ. 4.102.3). 



Πηγές : 

Ηρόδοτος «Ἱστορίαι».

Θουκιδίδης «Ἱστορίαι».


*Η Meiggs Russell στο «Athenian Empire» . (εκδ. Οξφόρδης, 1972) αναφέρει ότι η στρατιωτική ακολουθία ήταν μόλις 300 άνδρες, αλλά είναι απίθανο σε ένα τόσο αφιλόξενο και επικίνδυνο περιβάλλον για ένα τόσο μεγάλο τμήμα αποίκων της τάξης των 10.000 να φυλάσσεται από τόσους λίγους. Αν ο αριθμός είναι αληθινός θα αφορά πιθανόν μόνο τους οπλίτες και αυτό με επιφύλαξη. Ο Fred Eugene Ray απο την άλλη, στο «Land Battles in 5th Century B.C. Greece» (εκδ. McFarland, 2008) κάνει λόγο για 2.500 με 3.000 φάλαγγα οπλιτών κάτι που κάνει την καταστροφή πρώτου μεγέθους.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2021

Η πρώτη μάχη του Μόντε Κασσίνο. Λυσσαλέες συγκρούσεις στη «γραμμή Γουσταύου» .

Η συμμαχική προέλαση ως την πόλη.

Στις 13 Οκτωβρίου του προηγούμενου έτους, το 1943,τα συμμαχικά στρατεύματα διέσχισαν την αμυντική γραμμή Volturno, 65 χιλιόμετρα νότια της γραμμής Γουσταύου. «Είχα απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτήν την πολύ ισχυρή φυσική αμυντική θέση» έγραψε ο επικεφαλής των δυνάμεων του Άξονα, Άλμπερτ Κέσσερλινγκ, όσον αφορά την επόμενη αμυντική γραμμή, τη γραμμή Χειμώνα «και ήλπιζα, κρατώντας την για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, ίσως μέχρι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, να μπορέσω να ενισχύσω τη γραμμή Γουσταύου, ιδίως στο πίσω μέρος της ώστε οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί να σπάσουν τα δόντια τους». Σύμφωνα με τον Ρόμελ, η Ιταλία έπρεπε να υπερασπιστεί στα Απέννινα όρη κατά μήκος της γοτθικής γραμμής, στο βόρειο τμήμα .Ο Κεσσερλινγκ, από την άλλη πλευρά, σκόπευε να αντισταθεί όπου υπήρχε η ευκαιρία και αυτό έπραξε με μεγάλη επιτυχία. Στις 21 Νοεμβρίου 1943, ο Αδόλφος Χίτλερ ικανοποίησε τα αιτήματα του Κέσσελρινγκ και τον διόρισε «ανώτατο διοικητή του ΝΔ τομέα - Ομάδα Στρατιων C» ( Oberbefehlshabers Süd - Heeresgruppe C ), ενώ ο Ρόμελ στάλθηκε στη Γαλλία ως επόπτης του Ατλαντικού Τείχους. 

Πυροβολικό της 5ης Στρατιάς σε δράση,
ανοίγει την αυλαία της μάχης
 κατά την επίθεση της 17ης-18ης Ιανουαρίου.


Τα φυσικά αμυντικά πλεονεκτήματα του ορεινού εδάφους γύρω από το Κασσίνο είχαν ενισχυθεί από τους Γερμανούς, οι οποίοι είχαν αφαιρέσει κτίρια και δέντρα για να δημιουργήσουν ιδανικά πεδία βολής, δημιούργησαν οχυρωμένες και διευρυμένες σπηλιές, δημιουργώντας υπόγεια καταφύγια που συνδέονταν με σήραγγες. Η γραμμή Γουσταύος δεν ήταν στην πραγματικότητα μια ενιαία γραμμή, αλλά ένα σύμπλεγμα πολλών αμυντικών στρωμάτων με θέσεις προετοιμασμένες για άμεσες αντεπιθέσεις σε περίπτωση που μία ή περισσότερες θέσεις έπεφταν στα χέρια των αντιπάλων. Ένα άλλο πλεονέκτημα για το Κέσσερλινγκ ήταν η παρουσία των Απενίνων όρων που ανάγκαζαν τους συμμάχους να πολεμουν σε δύο τομείς, τους Αμερικανούς στα δυτικά και τους Βρετανούς στα ανατολικά των βουνών. Οι ενέργειές τους δεν μπορούσαν να αλληλοσυμπληρώνονται και επομένως οι Γερμανοί θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις από τη μία πλευρά και στη συνέχεια να μεταφέρουν τα στρατεύματά τους στην άλλη. 

Καμουφλάζ ενός άρματος μάχης Panzer III στο ιταλικό μέτωπο.


Μετά από έναν μήνα συνεχών μαχών, στα τέλη Νοεμβρίου 1943, η τελευταία γραμμή προ του Κασσίνο Bernhardt είχε σπάσει στο κέντρο και βόρεια του Βενάφρο, αλλά χρειάστηκαν άλλες 2 εβδομάδες περίπου για να διατηρηθεί πλήρως και να μεταβούν όλες οι γερμανικές δυνάμεις στη γραμμή Γουσταύου. Στις 31 Δεκεμβρίου, η γερμανική διοίκηση σημείωσε με ικανοποίηση ότι η προέλαση των Συμμάχων προς τη Ρώμη αποδείχθηκε πολύ αργή, μόλις «δέκα χιλιομέτρων το μήνα». Η λάσπη, το τραχύ έδαφος, η έλλειψη δρόμων κατάλληλων για τις τεράστιες εφοδιοπομπές, η κακοκαιρία και η συστηματική καταστροφή που πραγματοποίησαν οι Γερμανοί είχαν αποκλείσει σχεδόν πλήρως τους συμμαχικούς στρατούς στην Ιταλία και η γερμανική αντίσταση δημιούργησε ένα πεδίο μάχης παρόμοιο με τον πόλεμο φθοράς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Για τους Συμμάχους, η πτώση της γραμμής Γουσταύου είχε γίνει πλέον ο πιο επείγων ΑΝΣΚ. Από τον Νοέμβριο του 1943 σχεδιαζοταν μια απόβαση πίσω από τις γερμανικές γραμμές στο Αντζιο, ακριβώς νότια της Ρώμης στα νώτα της γραμμής. Γι'  αυτό είχαν συγκεντρώσει 240.000 άνδρες της 5ης Αμερικανικής Στρατιάς και της 8ης Βρετανικής, 1.900 άρματα μάχης και 4.000 αεροσκάφη. Απέναντί τους, βρίσκονταν εξόχως οχυρωμένοι και οργανωμένοι 140.000 Γερμανοί της 10ης Στρατιάς.

Η κατάσταση στο μέτωπο του Κασσίνο πριν τη μάχη για την
κατάκτηση της πόλης.



Η πρώτη επίθεση.

Η μάχη στον ποταμό Γκαριλιάνο.

Η βρετανική επίθεση ξεκίνησε στις 17 Ιανουαρίου, αρκετά ομαλά και αιφνιδίασε τη γερμανική 94η μεραρχία. Παρά τις δυσκολίες  λόγω του ισχυρού ρεύματος, το επόμενο πρωί το 10ο Σώμα Στρατού  είχε μεταφέρει δέκα τάγματα στην απέναντι όχθη και οι μηχανικοί εργάζονταν για να επιτρέψουν τη διέλευση και σε αντιαρματικά όπλα και βαριά οχήματα. Κατά τη διάρκεια της 18ης Ιανουαρίου, και τα δύο τμήματα επέκτειναν το προγεφύρωμα τους, παρά το γεγονός ότι η 5η Μεραρχία (10 Βρετανικό ΣΣ) επιβραδύνθηκε εν μέρει από τεράστια ναρκοπέδια. Στο τέλος της δεύτερης ημέρας των μαχών, 18 Ιανουαρίου 1944, η 56η Μεραρχία βρισκόταν στο υπερυψωμένο έδαφος και στις δύο πλευρές του Castelforte, ενώ στις 19 του μήνα, η 5η κατάφερε να μπει στο Minturno και τα γαλλικά τμήματα του Γαλλικού Εκστρατευτικού Σώματος ( Corps Expéditionnaire Français, CEF) πίεζαν συνεχώς βορείως της πόλης. Χάρη στις ενισχύσεις του 14ου ΤΘ Σώματος Γρεναδιέρων (29η και 90η Μεραρχία), οι Γερμανοί πραγματοποίησαν αντεπιθέσεις: στις 21 η Castelforte ανακαταλήφθηκε και στις 23 η Colle Damiano (ένας λόφος στα μισά του δρόμου μεταξύ Minturo και Castelforte, που κατέλαβαν οι Σύμμαχοι την πρώτη νύχτα των μαχών). Οι Βρετανοί αντέδρασαν αποφασιστικά σε μια σειρά σκληρών συγκρούσεων, οι οποίες συνεχίστηκαν με διακυμάνσεις έντασης έως τις 9 Φεβρουαρίου. Στη βρετανική αποτίμηση της πρώτης σύγκρουσης υπήρχε ικανοποίηση που διέβησαν τον ποταμό και δημιούργησαν ένα ισχυρό προγεφύρωμα και κυρίως διότι αγκίστρωσαν δύο γερμανικές μεραρχίες στο μέτωπο του Κασσίνο, τα οποία, διαφορετικά, θα μπορούσαν να συμμετέχουν στην επικείμενη απόβαση στο Άντζιο. Ωστόσο, απογοητεύτηκαν εντελώς από τη δράση της 46ης Μεραρχίας Πεζικού (ΜΠ), η οποία υπέστη βαριές απώλειες (περίπου 4.000) σε σημείο ο διοικητής, στρατηγός Χόκσγουορθ, να αναστείλει κάθε επιθετική ενέργεια.

Η διέλευση του Γκαριλιάνο από ένα M4 Sherman,
20 Ιανουαρίου 1944.

Μάχη του ποταμού Ραπίντο.

Επρόκειτο για μια από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές ήττες στην αμερικανική ιστορία έστω και σε τοπική και περιορισμένη κλίμακα. Η μάχη διεξήχθη κατά τις 20 με 22 Ιανουαρίου 1944, στην πραγματικότητα στον ποταμό Γκάρι. Ο Αμερικανός στρατηγός Μαρκ Γουέιν Κλάρ, ο «αμερικανικός αετός» όπως ήταν το παρατσούκλι του, εκπόνησε ένα σχέδιο το οποίο περιελάμβανε τη δημιουργία δύο προγεφυρωμάτων κατά μήκος του ποταμού Γκάρι , (που λανθασμένα εξέλαβαν ως τον ποταμό Ραπίντο) κοντά στο Σαίντ Άντζελο στη Θεοδίκη , ένα χωριουδάκι του Κασσίνο. 

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 21 Ιανουαρίου, οι πρώτοι Αμερικανοί του 1ου τάγματος του 141ου και 143ου συνταγμάτων πεζικού (ΣΠ) της 36ης Μεραρχίας του ταξίαρχου Γουόλκερ κατάφεραν να επιβιβαστούν σε βάρκες και λέμβους, αλλά μόνο περίπου εκατό από αυτούς διέσχισαν τον ποταμό φτάνοντας στη δυτική όχθη. Οι Γερμανοί στην απέναντι ακτή, δημιούργησαν μια κόλαση πυρός. Πολυβόλα, όλμοι και κάθε λογής ατομικό τυφέκιο από τους Γρεναδιέρους του 71ου ΤΘΣ της 15ης Μεραρχίας στόχευε τους Αμερικανούς. Σε αυτό το πανδαιμόνιο ήρθαν να προστεθούν και τα εύστοχα πυρά του πυροβολικού που κομμάτιαζαν τα συμμαχικά σκάφη μαζί με τους επιβαίνοντες, αλλά παράλληλα χτυπούσαν και τις αμερικανικές μονάδες που βρίσκονταν στην ανατολική ακτή. Σαφώς καλύτερη «τύχη» αλλά αποτυχία στον ΑΝΣΚ της είχε και η βρετανική 46η ΜΠ, που δρούσε παράλληλα στο χωριό Σαίντ Αμπρότζιο πλησίον, η οποία δεν αιφνιδιάστηκε από τα εχθρικά πυρά, αλλά από το ισχυρό ρεύμα του ποταμού που παρέσυρε τα μικρά σκάφη που επέβαιναν οι στρατιώτες.

Η διαφορά των Βρετανών με τους Αμερικανούς ήταν ότι οι πρώτοι είχαν τη διάυγεια να ακυρώσουν την επιχείρηση και να αποχωρήσουν. Οι δε Αμερικανοί,  συνέχισαν τις προσπάθειες παρόλο που δεν άλλαξε τίποτα απολύτως στην έκβαση της μάχης παρά μόνο μεγάλωναν οι απώλειες και στις δύο όχθες του ποταμού που δέχονταν τα φονικά πυρά. Σα να μην έφτανε αυτό, αποφάσισαν και την επόμενη ημέρα (22 Ιανουαρίου)  να φτιάξουν μια γέφυρα τύπου «Baily» αλλά κατέστη αδύνατο κάτω από τέτοια έκθεση στο εχθρικό πυρ. Οι δε δυνάμεις στη δυτική όχθη ήταν τελείως αποκλεισμένες και δέχονταν γερμανικές επιθέσεις. Μόνο εκείνη την ημέρα είχαν 700 απώλειες εκ των οποίων οι 240 νεκροί. Η αντίσταση των αποκομμένων τμημάτων κάμφθηκε τελικά στις 23 και οι τελευταίοι θύλακες εξαλείφθηκαν στις 24 Ιανουαρίου. Το αποτέλεσμα ήταν μια μεγάλη τοπική νίκη για τα γερμανικά όπλα. Με απώλειες μόλις 274 ανδρών (94 νεκροί και 179 τραυματίες) προκάλεσαν 2.783 στους Αμερικανούς , 934 νεκρούς, 1089 τραυματίες και 770 αιχμαλώτους. (1) Μεταπολεμικά, αυτή η αποτυχία αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας του Κογκρέσου.

Γερμανικό πλήρωμα προσπαθεί να επαναφέρει σε λειτουργική
κατάσταση ένα Panzer IV εν μέσω εχθρικών πυρών.


Η επίθεση στον ορεινό όγκο του Κασσίνο από τους Αμερικανούς και Γάλλους. (24 Ιανουαρίου-11 Φεβρουαρίου 1944).




Με την απόβαση στο Άντζιο από τις 22 Ιανουαρίου στα νώτα της γερμανικής άμυνας, ο στρατηγός Κλαρκ αποφάσισε  να επαναλάβει τις επιθέσεις στις 24 Ιανουαρίου, χρησιμοποιώντας την 34η Μεραρχία, τους «Κόκκινους Ταύρους» του ταγματάρχη Τσαρλς Ράιντερ, που έμελλε να δώσουν έναν από τους πιο σκληρούς αγώνες στην αμερικανική στρατιωτική ιστορία. Το σχέδιο προέβλεπε την επίθεση της 34ης Μεραρχίας εναντίον του βόρειου τμήματος της πόλης του Κασσίνο, ταυτόχρονα με την άμεση επίθεση εναντίον του ορεινού όγκου Κασσίνο ακόμα βορειότερα, που ανατέθηκε στους Γάλλους. Απέναντί τους βρίσκονταν βετεράνοι του Ανατολικού Μετώπου, στον τομέα του Στάλινγκραντ, της 44ης Μεραρχίας αλλά ήταν αρκετά υποστελεχωμένη.

Ενώ το έργο της διέλευσης του ποταμού ήταν ευκολότερο απ' ότι στον Ραπίντο, η πλημμύρα έκανε την κίνηση των τμημάτων πολύ δύσκολη, για τα άρματα δε τιτάνια. Βραχώδη όρη, απότομες πλαγιές, τεράστιοι ογκόλιθοι και χαράδρες αποτελούσαν από μόνα τους δυσκολίες στην κίνηση, πόσο μάλλον κάτω από το εχθρικό πυρ και τα ναρκοπέδια, συρματοπλέγματα και κάθε λογής εμπόδια που τοποθετήθηκαν.

Η απόδοση της 34ης Μεραρχίας σε αυτήν τη σύγκρουση θεωρείται ως μια από τις καλύτερες των Αμερικανών στρατιωτών κατά τη διάρκεια ολόκληρου του Β' ΠΠ. Με αργό αλλά σταθερό ρυθμό έφτασαν σε απόσταση 1.5 χιλιομέτρου από το δεσπόζον αββαείο του Κασσίνο. Δύο πολύ σημαντικά σημεία, το Colle Sant'Angelo και το ύψωμα 593 (που ονομάστηκε «κεφάλι του φιδιού») καταλήφθηκαν και χάθηκαν ξανά λόγω του αριστοτεχνικού συντονισμού των αμυντικών ενεργειών από τον φον Σένγκερ: απέσυρε την 44η Μεραρχία και την αντικατέστησε με την 90η ΤΘ που μόλις είχε απαγκιστρωθεί. Στις 7 Φεβρουαρίου, οι Αμερικανοί κατάφεραν να πάρουν το ύψωμα 445, στον οικισμό Άγιο Ονόφριο, μόλις 400 μέτρα από το αββαείο. Ωστόσο εκεί σταμάτησαν. Κάθε προσπάθεια για περεταίρω προέλαση ήταν αδύνατη και μετά από ακόαμ 4 ημέρες άκαρπων επιθέσεων σταμάτησαν. Οι απώλειες τρομακτικές. Περίπου 7 στους 10 από τους συμμετέχοντες στα τάγματα πεζικού που εφόρμησαν, 2.200 άνδρες, ήταν νεκροί, τραυματίες ή αγνοούμενοι/αιχμάλωτοι και 840 παρέμεναν ακόμα όρθιοι. Οι αμερικανικές μονάδες αντικαταστάθηκαν από τους Νεοζηλανδούς της 2ης Μεραρχίας και τους Ινδούς της 4ης Μεραρχίας με διοικητή τον Αντιστράτηγο Σερ Μπέρναρντ Φράιμπεργκ.

Οι Γερμανοί βρίσκονταν κι αυτοί στα όριά τους. Αιμορραγούσαν κατά ένα τάγμα την ημέρα και τελευταία στιγμή δεν αποχώρησαν : στις 12 Φεβρουαρίου, ο Σένγκερ είχε προτείνει στον Κέσσερλινγκ την αποδέσμευση από το Κασσίνο και την υποχώρηση στη λεγόμενη «Γραμμή C», που βρισκόταν πίσω από το προγεφύρωμα του Άντζιο, αλλά είδαν ότι εκείνη την ημέρα οι Σύμμαχοι ανέστειλαν τις επιθέσεις τους στο σημείο.

Πιο βόρεια, οι Γάλλοι στις 24 Ιανουαρίου, με τα αποικιακά στρατεύματα της 3ης Μεραρχίας Πεζικού της Αλγερίας διέσχισε το Σέτσο, ξεπέρασε τα ναρκοπέδια και έσπασε τις άμυνες της 44ης Μεραρχίας, συνέλαβε 1.200 άνδρες του Άξονα, και με σκληρό αγώνα έφτασε στο Μπελβεντέρε. Ο Γερμανός στρατηγός φον Σένγκερ παρατήρησε ότι «..τα αποικιακά στρατεύματα πολέμησαν εδώ, όπως και αλλού, με εξαιρετική μανία και αδιαφορούσαν για τις απώλειες..». Οι Αλγερινοί με αιχμή τους Τυνήσιους του 4ου Συντάγματος τυφεκιοφόρων προσπάθησαν να προωθηθούν κι άλλο, στο Colle Abate (ύψωμα 915) αλλά αποκρούστηκαν με βαριές απώλειες, περίπου 2.500 άνδρες. Τη δράση αυτών εξαίρει και ο Ντε Γκωλ στα απομνημονεύματά του σε αυτήν τη μάχη. Νέες προσπάθειες έφεραν αποτέλεσμα και την κατάληψη του υψώματος αλλά μόνο βραχυπρόθεσμα: γερμανική αντεπίθεση με 2 νέα συντάγματα τους οδήγησε στις προηγούμενες θέσεις τους.




Η πρώτη μάχη για την κατάληψη της πόλης αποτελούσε μια μερική επιτυχία για τη γερμανική πλευρά που σε γενικές γραμμές κατάφερε να συγκρατήσει και να απορροφήσει το μεγαλύτερο τμήμα των συμμαχικών επιθέσεων.