Ιστορία

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυροφόροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυροφόροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Τα τουρκικά μπεηλίκια στη Μικρά Ασία

Χαλάστρας Κωνσταντίνος

Ο δεύτερος εμίρης του Αϊδινίου Ομούρ (1309-1348)
αποτέλεσε έναν από τους πιο ισχυρούς
 και φιλόδοξους εμίρηδες της εποχής


Οι συνεχείς επαναστάσεις των Τουρκομάνων και οι εκστρατείες των Μογγόλων συνέβαλαν στην καταστροφή της πολιτικής ενότητας των Σελτζούκων. Την εδαφική διάλυση του κράτους ακολούθησε η κατάρρευση της εξουσίας των Μογγόλων και η ανάδυση νέων εμιράτων. Επίσης, η κατάρρευση της βυζαντινής δύναμης στη δυτική Ανατολία και το Αιγαίο στα τέλη του 13ου αιώνα καθώς και η κατάργηση του βυζαντινού ναυτικού το 1284 δημιούργησαν ένα κενό ισχύος, το οποίο γρήγορα εκμεταλλεύτηκαν τα Τουρκικά φύλα που κατέκλυζαν την περιοχή. Η παραμέληση της επικράτειας πέριξ της Νίκαιας, που αποτέλεσε πολιτική αρχής γενομένης από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, σε συνδυασμό με την αρπακτικότητα του Καταλανικού εκστρατευτικού σώματος και των Αλανών μισθοφόρων τοποθέτησαν την οριστική «ταφόπλακα» του ελεύθερου Μικρασιατικού Ελληνισμού. 

Κατά τους δύο αιώνες μεταξύ της διάλυσης Σελτζούκων- Αυτοκρατορίας της Νίκαιας δημιουργήθηκαν περισσότερα από 20 εμιράτα, τα περισσότερα πριν εκπνεύσει ο 13ος αιώνας. Μερικά από αυτά όπως το εμιράτο του Ντενιζλί στη Λαοδίκεια της Φρυγίας, το Εσρεφογουλλαρί στο Μπεησεχίρ (Κλαυδιοκαισάρεια στην επαρχία του Ικονίου) και το Σαχιμπογουλλαρί στο Φιλομήλιο είχαν σύντομη ύπαρξη που έφθανε τα 25 έτη. Οι Καραμανίδες στην οροσειρά του Τάυρου και οι Γερμιγιάν με κέντρο εξουσίας την Κιουτάχεια ήταν σαφώς μακροβιότερα και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις τοπικές εξελίξεις. Επαφή με την ακτογραμμή του Αιγαίου είχαν τα μπεηλίκια του Καρασί, στην περιοχή της Τρωάδας και της Μυσίας, και του Σαρουχάν. Στο δεύτερο, ο Σαρουχάν μπέης προήλθε από τους Γερμιγιάν και ίδρυσε το μπεηλίκι του στην περιοχή της Μαινεμένης και του Γόρδιου. Τα δύο αυτά εμιράτα, όπως φαίνεται και στον χάρτη* απορροφήθηκαν γρήγορα από τους Οθωμανούς. Οι τελευταίοι είχαν εγκατασταθεί υπό τον Οσμάν Α’ στην περιοχή της Βιθυνίας.
Χάρτης από το «Σ. Βρυώνης,
Η παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού της
Μικράς Ασίας και η διαδικασία του
εξισλαμισμού (11ος-15ος αιώνας)
,Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης,
Αθήνα, 2008, σελ.225».

Δύο από τα πιο ισχυρά, το εμιράτο του Μεντεσέ που είχε έδρα στην περιοχή της Μιλήτου και το εμιράτο του Αϊδινίου στην περιοχή της Εφέσου και της Σμύρνης απέσπασαν την προσοχή των δυτικών δυνάμεων και ιδίως της Βενετίας που έδινε μεγάλη βάση στο διαμετακομιστικό εμπόριο. Οι πρωτεύουσες των πολυάριθμων εμιράτων μετατράπηκαν σε διοικητικά, οικονομικά και θρησκευτικά κέντρα που αποκατέστησαν μέχρι κάποιο βαθμό τη σταθερότητα στις περιοχές. 

Χρησιμοποιώντας την τεχνογνωσία και την εμπειρία των ντόπιων Ελλήνων ναυτικών, οι Τούρκοι άρχισαν να δραστηριοποιούνται ως πειρατές στην επικράτεια του Αιγαίου, στοχεύοντας ιδιαίτερα στο μωσαϊκό κρατιδίων και δουκάτων που είχε δημιουργηθεί. Οι δραστηριότητες των Τούρκων πειρατών εντείνονταν εκμεταλλευόμενοι τις διαμάχες μεταξύ των δύο μεγάλων ναυτιλιακών κρατών, της Βενετίας και της Γένοβας. Συχνά όμως, διατηρούσαν και καλές σχέσεις ή σύναπταν συνθήκες όπως όταν οι Τούρκοι του Αϊδινίου είχαν συνεργαστεί στενά με τον αναπληρωτή διοικητή του Δουκάτου Αθηνών, Αλφόνσο Φαντρίκουε ή όταν οι Βενετοί τον Απρίλιο του 1331 σύνηψαν συμμαχία με τους Καταλανούς και τον ίδιο μήνα ο Μαρίνο Μοροζίνι, δούκας της Κάντια, υπέγραψαν συνθήκη με τον επικεφαλή του εμιράτου του Μεντεσέ, Ορχάν ή ακόμα όταν με τις επιδρομές τον Μάρτιο του 1332 ο δούκας της Νάξου, Νικολό Σανούντο, έκανε ξεχωριστή συνθήκη δίνοντας φόρο υποτελείας και το παράδειγμά του ακολούθησε και η Χαλκίδα. Η τακτική αυτή αποτελούσε το πρώτο στάδιο της τουρκικής επέκτασης. Η σχετικά χαλαρή υποτέλεια έδινε τη θέση της αργά ή γρήγορα στην απώλεια της ανεξαρτησίας με την προσάρτηση. 

Αυτή την περίοδο ξεχώριζε για την ισχύ και την τόλμη μεταξύ των ηγεμόνων των τουρκικών εμιράτων ο Ομούρ, ο εμίρης του Αϊδινίου από το 1334. Ο Βυζαντινός ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς αναφέρει χαρακτηριστικά «..τούτων τοίνυν απάντων ισχυρότερος ο Αμούρ εγεγόνει, σπουδή και τόλμη χρησάμενος υπέρ τους άλλους». Με τον στόλο του ο Ομούρ έγινε ο φόβος και ο τρόμος των νησιών, της Χαλκίδας, του Μορέα, της Κρήτης και της Ρόδου. Μπορούσε να λεηλατήσει αυτές τις περιοχές οποτεδήποτε, ενώ αποσπούσε σημαντικά ποσά φόρου υποτελείας ετησίως από τους κατοίκους. Ο Οθωμανός ιστορικός και ποιητής Ενβερί τον αναφέρει ως «κυρίαρχο του Μορέα και επί των Φράγκων». Ο εμίρης του Αϊδινίου διαδραμάτισε επίσης σημαντικό ρόλο στην πορεία του Βυζαντινού εμφυλίου Καντακουζηνών-Παλαιολόγων. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός τον χρησιμοποίησε πολλές φορές, έχοντας μαζί του στενή φιλία από το 1334, για να απωθήσει Βούλγαρους και Σέρβους. Ικανή δύναμη είχε και το εμιράτο Περγάμου αλλά τον Οκτώβριο του 1334, στον κόλπο του Αδραμυττίου που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της Μικράς Ασίας στην περιοχή της Τρωάδας, ο στόλος του με επικεφαλή τον Σούτζα αλ Ντιν Γιαξή διαλύθηκε από τους ενωμένους δυτικούς.
Νόμισμα που απεικονίζει τον Σαρουχάν, μπέη της Μαγνησίας, 1313-1348

Το μπεηλίκι του Αϊδινίου που εξαπλώθηκε στις παραποτάμιες περιοχές κοντά στη Σμύρνη και την Έφεσσο, σταδιακά απέκτησε μεγάλη ισχύ, πραγματοποιούσε επιδρομές σε όλο το Αιγαίο και επενέβαινε άμεσα στις ευρωπαϊκές υποθέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με τη σταδιακή παρακμή του, τον ρόλο αυτόν ανέλαβαν οι Οθωμανοί. Ακόμα, το μπεηλίκι της δυναστείας Χαμίντ εκτεινόταν μια περιοχή σε μικρή ακτίνα από την Αττάλεια. Τέλος το μπεηλίκι του Μεντεσέ στο νοτιοδυτικό άκρο της Μικράς Ασίας, απέναντι από τα Δωδεκάνησα διατηρούσε ισχυρό στόλο για μερικές δεκαετίες και αποτελούσε υπολογίσιμο αντίπαλο για τους Λατίνους. 
Ο θάνατός του Ομούρ από τους σταυροφόρους στη Σμύρνη τον Μάϊο του 1348 επέφερε και τη σταδιακή πτώση του εμιράτου. Τα υπόλοιπα άρχισαν σιγά σιγά να υποκύπτουν στους ολοένα και πιο ισχυροποιημένους Οθωμανούς. Επίσης το προηγούμενο έτος, την άνοιξη του 1347 οι σταυροφόροι πέτυχαν ακόμα μια αναπάντεχη νίκη, καταστρέφοντας του Αϊδινίου και του εμιράτου Σαρουχάν στη Μαγνησία διευκολύνοντας το έργο των Οθωμανών για επικράτηση.

Μια απόπειρα των εμίρηδων του Γιερμιγιάν και του Καραμάν να αποσπάσουν εδάφη των Οθωμανών στη Μικρά Ασία απέβη ατελέσφορη. Ο «κεραυνός» Βαγιαζήτ Α’ εμφανίστηκε στην Ανατολία αμέσως μετά την αιματηρή μάχη του Κοσσυφοπεδίου και με μια θυελλώδη εκστρατεία (1389-1390) κατέλαβε την τελευταία βυζαντινή πόλη, τη Φιλαδέλφεια, και προσάρτησε διαδοχικά τα εμιράτα του Αϊδινίου, του Σαρουχάν, του Μεντεσέ, του Χαμίντ και του Γκερμιγάν. Λίγα έτη αργότερα, πριν εκπνεύσει ο 14ος αιώνας, θα γνώριζαν την ήττα οι Καραμανίδες και οι Ερετνίδες που βρίσκονταν στις περιοχές της Καισάρειας, της Σεβάστειας και της Αμάσειας, νοτίως της περιοχής του Πόντου. 

Με τη συντριβή του Οθωμανού Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο στη μάχη της Άγκυρας (1402), κάποια εμιράτα επανήλθαν στους προηγούμενους άρχοντές τους για να τεθούν πάλι υπό την κυριαρχία των Οθωμανών στα τέλη του 15ου αιώνα.

E. Zachariadou, TRADE AND CRUSADE, VENETIAN CRETE AND THE EMIRATES OF MENTESHE AND AYDIN (1300-1415), Venice, 1983. 

L. Paul, L’ EMIRAT D’ AYDIN, BYZANCE ET L’ OCCIDENT, RECHERCHES SUR LA GESTE D'UMUR PACHA, Presses universitaires de France, Paris, 1957. 

Σ. Βρυώνης, Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΥ (11ος-15ος ΑΙΩΝΑΣ), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 2008.

J. Harris,C. Holmes, E.Russel, BYZANTINES, LATINS AND TURKS IN THE EASTERN MEDITERRANENAN WORLD AFTER 1150,Oxford, 2012.

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Η μάχη της Κωνσταντινούπολης (1147). Οι Βυζαντινοί απωθούν τους Γερμανούς σταυροφόρους.


Χαλάστρας Κωνσταντίνος 
Τη στιγμή που το Βυζάντιο επί Μανουήλ Α’ Κομνηνού, σταθεροποιήθηκε και ανακατέλαβε πολλά από τα εδάφη που έχασε από τον πολυμέτωπο αγώνα σε Βαλκάνια και Μικρά Ασία συνεχίζοντας το έργο των προκατόχων του, μια νέα απειλή εμφανίστηκε από τη Δύση. Οι σταυροφόροι με επικεφαλής τους βασιλείς Λουδοβίκο Ζ’ της Γαλλίας και Κορράδο Γ’ της Γερμανίας κατέφθασαν. Η πορεία τους πέρασε μέσα από τα εδάφη της αυτοκρατορίας με τα δύο στρατόπεδα να διακατέχονται από αμοιβαία καχυποψία και να καταλήγουν στη σύγκρουση. 



ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ 

Αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας πραγματοποίησε προπαρασκευαστικές ενέργειες για την αντιμετώπισή τους και συγκέντρωσε τα στρατεύματα που βρίσκονταν μέσα και πλησίον της Κωνσταντινούπολης θέτοντας ως επικεφαλής τον αξιόμαχο και έμπειρο από τις μάχες στη Μικρά Ασία, στρατηγό Βασίλη Τζικανδύλη και τον προαναφερόμενο Προσούχ. Οι διαταγές ήταν ρητές. Η απάντηση, στο ανάλογο μέτρο, κάθε επιθετικής ενέργειας των Γερμανών. Οι έμπειροι στρατηγοί παρατήρησαν τις κινήσεις, τον αριθμό και την διάταξη των αντίπαλων στρατευμάτων. Αντιλήφθηκαν ότι οι αντίπαλοι στρατιώτες είχαν εξαιρετική σωματική διάπλαση και ισχυρότατη θωράκιση, όμως το ιππικό τους δεν διέθετε καθόλου ευκινησία και η πορεία των στρατιωτικών σωμάτων πραγματοποιούνταν με μεγάλη αταξία, προφανώς από την υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων τους. Έστειλαν λοιπόν αναφορά στον αυτοκράτορα, ότι θα μπορούσαν πολύ εύκολα να τους νικήσουν, αναφέροντας όσα παρατήρησαν αλλά και τα παραπάνω εξαγόμενα συμπεράσματα ρωτώντας παράλληλα τι έπρεπε να πράξουν. Αυτός τους συνέστησε να είναι σε αναμονή μέχρι την πρόκληση ανοιχτής επιθετικής ενέργειας.

Εν τω μεταξύ σημαντικό στρατιωτικό τμήμα των Γερμανών συνέχισε την πορεία τους και έφθασε στην πεδιάδα των Χοιροβακχών (σημ. Μπαχσαγίς, δυτικά της Κωνσταντινούπολης), όπου υπήρχε άφθονη τροφή για τα άλογα και τα υποζύγια, και στρατοπέδευσε. Η περιοχή είναι πεδινή με τα ποτάμια και τους χείμαρρους να καταλήγουν στη λίμνη Μπουγιουκσεμεσέ που βρίσκεται πλησίον. Έχοντας υποτιμήσει τον αντίπαλό τους αλλά και θεωρώντας ότι δεν θα παραβιάζονταν ο όρκος από τους Βυζαντινούς, δεν περικαράχωσαν το στρατόπεδό τους, ούτε έσκαψαν τάφρο. Την νύχτα της 7-8 Σεπτεμβρίου του 1147, μια μεγάλη φυσική καταστροφή τους βρήκε σε αυτό το σημείο καθώς από μια αναπάντεχη δυνατή καταιγίδα οι παραπλήσιοι ποταμοί Μέλας (σημ.Καρασού) και Άθυρας υπερχείλισαν και πλημμύρισαν το μεγαλύτερο μέρος της πεδιάδας. Άλογα, οπλισμός, σκηνές παρασύρθηκαν ως την θάλασσα από την μεγάλη νεροποντή συνθέτοντας ένα σκηνικό χάους στο γερμανικό στρατόπεδο. Ο ανώνυμος συγγραφέας που συνέγραψε τον «Μαγγάνειο Πρόδρομο» αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «..το κύμα της κεφαλής του ρόου συρρεύσαν εστρόβησε πολλούς αθλίους εν Χοιροβάκχοις τον βίο λελοιπότας».[1] 
Ο Φρειδερίκος Α΄ (1122 - 1190), γνωστός και ως Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσσα 
ήταν αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από το 1155. 
Ήταν 25 χρονών όταν έλαβε μέρος στη Β’ σταυροφορία και διακρίθηκε 
για το θάρρος και τον παρορμητισμό του.(Άγαλμα που βρίσκεται στο 
Γκόσλαρ της Κάτω Σαξονίας,Γερμανία).

Μόνο το τμήμα του Φρειδερίκου που στρατοπέδευσε σε ψηλότερο σημείο δεν υπέστη ζημιές. Πληροφορούμενος του ευνοϊκού αυτού γεγονότος ο Μανουήλ έστειλε μέλη της αριστοκρατίας στον Κορράδο για να του αναφέρουν το συμβάν και να έρθουν σε συνεννόηση για τις επόμενες κινήσεις. Ο Κορράδος επιδεικνύοντας αλαζονεία, μη έχοντας πληροφορηθεί τη συμφορά που βρήκε το γερμανικό απόσπασμα, απαίτησε από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα να τον συναντήσει, καθώς πλησίαζε στην Κωνσταντινούπολη. Όταν όμως αντίκρισε τα απόρθητα τείχη της Πόλης, από την τοποθεσία Φιλοπάτιον που είχε φθάσει, με τους θεόρατους πύργους και την τεράστια τάφρο έμεινε έκθαμβος. Αντιλήφτηκε ότι η πόλη είναι σχεδόν απόρθητη, αποχώρησε και τάχιστα έφτασε σε ένα από τα προάστια της βυζαντινής πρωτεύουσας, το Πικρίδιον(σημ. Χασκόι). Από εκεί ενημέρωσε, με τη συνήθη υπεροψία, σε γράμμα τον Μανουήλ ότι δεν ευθύνεται για τα πρόσφατα γεγονότα, επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά ενός ευφυή αυτοκράτορα, τα οποία ο Μανουήλ, σύμφωνα με αυτόν, δεν διέθετε. Η παραμονή του στο προαστιακό παλάτι του Φιλοπατίου δεν ήταν φυσικά ανώδυνη και συνοδεύτηκε από λεηλασίες και καταστροφές σε τέτοιο βαθμό ώστε το παλάτι κατέστη μη κατοικήσιμο. Όταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας ζήτησε αποζημίωση για τις λεηλασίες, ο Κορράδος του απάντησε ότι αυτές ήταν ασήμαντες και σε μια έκρηξη οργής απείλησε ότι θα ερχόταν το επόμενο έτος να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. 

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ (1147) 


Το βυζαντινό απόσπασμα συνέχισε την πορεία του και προσέγγισε ακόμη περισσότερο τους Γερμανούς. Γνωρίζοντας την αριθμητική υπεροχή του εχθρού αλλά έχοντας εμπιστοσύνη στα στρατεύματά τους οι στρατηγοί Προσούχ και Τζικανδύλης ανέμεναν το λάθος από τους αντιπάλους τους που συχνά συμπεριφέρονταν σαν όχλος. Η διάταξη των βυζαντινών στρατευμάτων, η οποία μας προσφέρεται λεπτομερέστατα από τον Κίνναμο, ήταν η εξής : μπροστά τοποθετήθηκαν τα πιο άπειρα τμήματα, με την διατύπωση να δίνει την εικόνα στρατευμάτων πεζικού πιθανόν ψιλούς, που βάδισαν χωρισμένα σε τέσσερα τμήματα. Έπειτα ακλούθησαν οι επίλεκτοι βαριά θωρακισμένοι κατάφρακτοι και εν συνεχεία το ελαφρύ ιππικό. Τέλος την διάταξη συμπλήρωσαν οι Κουμάνοι μαζί με τους Τούρκους μισθοφόρους ιππείς πλαισιωμένοι από Βυζαντινούς ιπποτοξότες. Η τοποθέτηση των ιπποτοξοτών στην τελευταία γραμμή και όχι στην πρώτη, όπως συνηθιζόταν, με αποστολή την παρενόχληση του εχθρού έχει λογική βάση στο περιορισμένο εύρος κινήσεων που προσέδιδε το έδαφος ή στο γεγονός ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Επίσης, οι Βυζαντινοί μάχονταν σε γνωστό, για αυτούς έδαφος, συνεπώς δεν είχαν την ανάγκη για ανίχνευση του εδάφους και ακόμη γνώριζαν ήδη τον αριθμό και την τοποθεσία του εχθρικού στρατού. 
Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ 
Κομνηνός (28/11/1118 – 24/9/1180) βασίλεψε σε μία 
κρίσιμη καμπή στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. 
Μεταξύ των Σελτζούκων, Νορμανδών, Ούγγρων, Σέρβων και 
Βενετών που αντιμετώπισε καλέστηκε να διαχειριστεί και την
πρόκληση της Β’ Σταυροφορίας. Τα λατινικά χρονικά της 
δυτικής Ευρώπης και του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, τον 
μνημονεύουν ως « γενναιόδωρο και άξιο άνθρωπο, αγαπημένο
του Θεού, με μεγάλη δύναμη, ασύγκριτη ενέργεια και ευγνωμοσύνη». 
Λεπτομέρεια διπλού πορτρέτου με τη Μαρία της Αντιόχειας, 
Βιβλιοθήκη του Βατικανού, Ρώμη.


Προφανώς τα τμήματα που εστάλησαν για να αντιμετωπίσουν τους επιδρομείς ήταν από αυτά που παρέμεναν στην πρωτεύουσα και για τα οποία είχε μεγαλύτερη εποπτεία ο αυτοκράτορας, σε σχέση με αυτά που ήταν στις επαρχίες σε Ανατολή και Δύση. Μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι ο Χωνιάτης προβαίνει σε μια υπερβολή όσον αφορά τον ρόλο του αυτοκράτορα στον εξοπλισμό τους από τις κεντρικές αποθήκες, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι εκείνη την περίοδο εκτελούσε χρέη αρμοστή των θρακικών πόλεων και υπεύθυνο της μισθοδοσίας των τοπικών στρατευμάτων. Μια πιθανή ενέργεια είναι να συμπληρώθηκε ο εξοπλισμός των στρατευμάτων λόγω της αναγκαιότητας της στιγμής, ιδίως των δυνάμεων κρούσης όπως οι κατάφρακτοι. Ο ιστορικός Τζόναθαν Χάρρις θεωρεί ότι οι Κουμάνοι και οι Τούρκοι αποτελούσαν μεγάλο μέρος του Βυζαντινού στρατεύματος, αν και πιθανόν αποτελούσαν το σύνηθες ποσοστό και προφανώς αποτελεί αποτέλεσμα επηρεασμού από το γεγονός ότι ο ένας επικεφαλής ήταν τουρκικής καταγωγής, ο Προσούχ, καθώς και την παρουσία Τούρκων και Πετσενέγκων ή Κουμάνων μισθοφόρων. Ο Κίνναμος σε μια από τις συνήθεις για τους Βυζαντινούς χρονικογράφους αναφορά, χρησιμοποιεί αρχαιοελληνικές ονομασίες για τα έθνη που περιβάλλουν την αυτοκρατορία και τους αποκαλεί «Πέρσες» και «Σκύθες» αντίστοιχα και με τη γεωγραφική τους θέση.Μόλις οι Γερμανοί απέκτησαν επαφή με τον βυζαντινό στρατό, στις 10 Σεπτεμβρίου, κυριευτήκαν από ανυπομονησία και ζήλο να εμπλακούν σε σύγκρουση. Αμέσως επιτέθηκαν αλαλάζοντας με την γνωστή τους ορμή προς τους αντιπάλους τους, αλλά με πλήρη αταξία, επαληθεύοντας την αναφορά των Βυζαντινών στρατηγών προς τον Μανουήλ. Ακολούθησε σκληρή και αιματηρή μάχη, στην οποία η πλάστιγγα με την πάροδο του χρόνου έγειρε προς το μέρος των Βυζαντινών. Με εξαιρετική πολεμική δεινότητα, αντιστάθηκαν σθεναρά στην σφοδρότητα της επίθεσης των Γερμανών και στη συνέχεια τους κατέκοπταν. 
Η τοποθεσία όπου οι Γερμανοί υπέστησαν τη φυσική καταστροφή 
στους Χοιροβάκχους (σημ. Μπαχσαγίς )και έπειτα τη στρατιωτική ήττα, όπως 
είναι σήμερα . Το πεδινό έδαφος ευνοούσε περισσότερο το ευέλικτο 
Βυζαντινό ελαφρύ ιππικό και οι Γερμανοί πλήρωσαν την εμμονή τους 
στις κατά τ’ άλλα εξαίρετες δυνάμεις πεζικού. (Φωτογραφία από δορυφόρο)




Δυστυχώς δεν διαθέτουμε αναλυτική περιγραφή της μάχης. Πιθανόν να απορροφήθηκε η αρχική ορμή και σφοδρότητα της επίθεσης των Γερμανών και να ακολούθησε πλαγιοκόπηση από το ευκίνητο Βυζαντινό ιππικό με συνεχή φθορά από τους ιπποτοξότες. Αυτό το συμπέρασμα μπορούμε να εξαγάγουμε από τον Κίνναμο στο σημείο όπου οι Βυζαντινοί «αντιστάθηκαν επιδέξια και στη συνέχεια τους σκότωσαν». Το ευέλικτο ιππικό των Βυζαντινών μαζί με τους ιπποτοξότες είχε ευρύτερο πεδίο κινήσεων από τους πεζούς και τους δυσκίνητους Γερμανούς ιππείς. Το αποτέλεσμα ήταν το τέλος της σύγκρουσης να μετατραπεί σε σφαγή. Δεν αναφέρονται τα ακριβή μεγέθη των αντιπαρατασσόμενων αντίπαλων δυνάμεων, όμως σίγουρα γνωρίζουμε από τις πηγές ότι η γερμανική δύναμη ήταν πολλαπλάσια. Αν υποθέσουμε αυθαίρετα ότι το γερμανικό στρατιωτικό σώμα αποτελούσε το ένα τέταρτο ή το ένα πέμπτο του συνολικού στρατού, περίπου 20.000 χιλιάδες, τότε ο υπολογισμός κυμαίνεται στους 4 με 5 χιλιάδες άνδρες, που υπέστησαν εξαιρετικά βαριές απώλειες από την πολεμική αναμέτρηση με το Βυζαντινό απόσπασμα, έχοντας υποστεί και απώλεια ηθικού και ανδρών από την φυσική καταστροφή στους Χοιροβάκχους.

Μη έχοντας γνώση της στρατιωτικής ήττας ενός τμήματος του στρατού του, ο Κορράδος παρέμεινε αλαζόνας απέναντι στον Μανουήλ, ακόμα και όταν ο τελευταίος του ανέφερε ότι «..έμαθα ότι ένας μικροσκοπικός ρωμαϊκός στρατός αντιμετώπισε και διέλυσε έναν τεράστιο γερμανικό στρατό . Αποτελεί σχεδόν κανόνα ο αυτόχθον(στρατός) να είναι υπέρτερος σε ξένους εισβολείς..». Εν τέλει ο Κορράδος αποδύθηκε επιτέλους την υπεροπτική του στάση και ζήτησε οδηγό από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα για την μετέπειτα πορεία του. Ο απεσταλμένος ακόλουθος κουβαλούσε μαζί του και την πρόταση του Μανουήλ για σύναψη συμμαχίας, την οποία απέρριψε και ακλούθησε τον δρόμο προς το Φιλομήλιο. 

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ 
Ο Άγιος Δημήτριος. 12ος αι. Στεατίτης.
Ο Δημήτριος εδώ είναι τοξότης. Εξοπλισμένος με 
ένα σύνθετο τόξο, ένα δόρυ και μια στρογγυλή ασπίδα
φέρει ένα γεμισμένο λινοθώρακα(ζάβα) 
με συνημμένες «πτερούγες» (Λούβρο)

Το αποτέλεσμα ήταν τελικά να πραγματοποιηθεί η αναχώρηση των Γερμανών με μεγάλη επίσπευση. Με διαταγή του Μανουήλ, διατέθηκε κάθε λέμβος, πλοίο, ακόμα και ψαρόβαρκες των κατοίκων καθώς και μεταφορικά για τους ίππους για την όσο το δυνατόν ταχύτερη διέλευση των Γερμανών. Επίσης, διόρισε καταγραφείς για να καταγράψει κάθε άνθρωπο που θα αποβιβαζόταν στο έδαφος της Μικράς Ασίας, αλλά σύμφωνα με τον Χωνιάτη, αυτοί ήταν τόσο πολλοί που οι διορισμένοι υπάλληλοι δεν κατόρθωσαν να φέρουν σε πέρας αυτό το έργο. Σύντομα οι Βυζαντινοί θα έβλεπαν με ανακούφιση να ακολουθούν τον ίδιο δρόμο και οι Γάλλοι που διεκπεραιώθηκαν χωρίς προβλήματα, ενώ δεν αμέλησαν να στήσουν αγορές που θα βοηθούσαν στην ομαλή, στα πλαίσια του δυνατού, τροφοδότησή τους. 

Από την σύγκρουση που έλαβε χώρα στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, μπορούμε να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα. Κατ’ αρχάς, δεν αποτέλεσε μια πρώτου μεγέθους σύγκρουση καθώς ενεπλάκη τμήμα μόνο του γερμανικού σώματος, αλλά από την άλλη πλευρά υπήρξε μια αξιόλογη μάχη στην οποία οι Βυζαντινοί, υστερώντας αριθμητικά, δοκίμασαν και αξιοποίησαν τις πολεμικές τους τακτικές σε έναν καινούργιο αντίπαλο, διαφορετικό από αυτούς που αντιμετώπιζαν την περίοδο εκείνη. Οι σιδηρόφρακτοι Γερμανοί στρατιώτες διέφεραν σημαντικά στη σύνθεση και στις τακτικές των νομάδων Τούρκων, των συγγενών τους Πετσενέγκων και των Ούγγρων μετέπειτα (Σίρμιο 1167). Το βυζαντινό στρατιωτικό σώμα βάδισε με εξαιρετικά ικανούς αξιωματικούς απέναντι σε έναν κατά κανόνα γενναίο και επίφοβο αντίπαλο, έχοντας ως πλεονέκτημα την άριστη γνώση του εδάφους και με γνώμονα την προσαρμοστικότητα που αν μη τι άλλο χαρακτήριζε τους Βυζαντινούς. Προκαλεί εντύπωση η αυτοπεποίθηση που είχαν οι στρατηγοί Τζικανδύλης και Προσούχ για τη νίκη και η επίτευξη αυτής, όταν γίνεται σύγκριση με την εξαιρετικά χαμηλή πολεμική απόδοση που επέδειξαν οι Βυζαντινοί μόλις μερικές δεκαετίες αργότερα, όταν αλώθηκε για πρώτη φορά η Κωνσταντινούπολη. Διακρίνεται εύκολα η σημασία της συντήρησης του αξιόμαχου του στρατού, ο ορθός υπολογισμός και συντονισμός από τον αυτοκράτορα των στρατευμάτων και η κατάλληλη επιλογή των στρατηγών με αντικειμενικά κριτήρια, βάσει των ικανοτήτων που έκρινε αλλά και που αυτοί επέδειξαν στο πεδίο της μάχης. 

Η σύγκρουση δεν γενικεύτηκε σε μια κατάσταση πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης ή σε μια μεγαλύτερη μάχη στα περίχωρα της Πόλης, παρέμεινε όμως μια χρήσιμη πηγή εξαγωγής συμπερασμάτων και από τους δύο στρατούς, αν και εν τέλει φάνηκε ότι οι Γερμανοί δεν έμαθαν από τα λάθη τους. Η προσωρινή ρήξη με τον Κορράδο, αντικαταστάθηκε με μια ανανέωση της συμμαχίας ενάντια στους Νορμανδούς, που είχαν αδράξει την ευκαιρία και επιτέθηκαν στην Κέρκυρα, στη Θήβα, στις ακτές του Ιονίου και την Κόρινθο. Η άμεση αντίδραση του Μανουήλ απέφερε μια συμμαχία με τη Βενετία, τη συντριβή του εχθρικού στόλου και την ανάκτηση της Κέρκυρας. Το Βυζάντιο παρέμενε ακόμη σημαντικός ρυθμιστής των εξελίξεων στη διεθνή πολιτική σκηνή.


*Το παρόν αποτελεί απόσπασμα άρθρου που δημοσιεύτηκε από τον γραφόντα στη Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 257, Αύγουστος 2018


Βιβλιογραφία



(1) J.Kinnamos, DEEDS OF JOHN AND MANUEL COMNENUS,μτφρ. C.Brand, Columbia University Press, New York, 1976 

(2) J.C.Cheynet, Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ (641-1204), ΤΟΜ. Β’,μτφρ. Αναστασία Καραστάθη, Εκδ.Πόλις, Αθήνα, 2014. 

(3) P.Magdalino, Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥΗΛ Α’ ΚΟΜΝΗΝΟΥ 1143-1180, , μτφρ. Α.Κασδαγλή, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 2008. 

(4) A.E. Laiou and R.P. Mottahedeh, THE CRUSADES FROM THE PERSPECTIVE OF BYZANTIUM AND THE MUSLIM WORLD, Dumbarton Oaks, Washington, 2001. 

(5) Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, μτφρ.H.J. Magoulias O CITY OF BYZANTIUM, ANNALS OF NIKETAS CHONIATES, Wayne State University, Detroit,1984. 

(6) Birkenmeier, J. W., THE DEVELOPMENT OF THE KOMNENIAN ARMY : 1081-1180, Boston,2002. 

(7) D.Nicolle, THE SECOND CRUSADE 1148: DISASTER OUTSIDE DAMASCUS, London, 2009.
(8) T. Dawson, BYZANTINE INFANTRYMAN, EASTERN ROMAN EMPIRE C.900-1204,Osprey, 2007. 
(9) S.Runciman, A HISTORY OF THE CRUSADES, VOL.2, THE KINGDOM OF JERUSALEM AND THE FRANKISH EAST 1100-1187, Cambridge, 1952.
(10) I. Heath and A.McBride, BYZANTINE ARMIES 118-1461 AD, Osprey, 1997. 

(11) T.F.Madden, THE CONCISE HISTORY OF THE CRUSADES, 3rd edition, Rowman and Littlefield, UK, 2013
(12) H. Jonathan, BYZANTIUM AND THE CRUSADES, 2nd edit.,London, 2014. 






[1] Με τη συμβατική ονομασία «Μαγγάνειος Πρόδρομος» είναι γνωστός ο ανώνυμος ρήτορας των μέσων του δωδέκατου αιώνα και συντάκτης της συλλογής των 148 ποιημάτων, που περιέχεται στον Μαρκιανό κώδικα XI. 22 υπό το όνομα Θεόδωρος Πρόδρομος.