Ιστορία

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Η μάχη του Μαράς, 1920. Η έναρξη του Γαλλοτουρκικού πολέμου.


Χαλάστρας Κωνσταντίνος 
Στις 21 Ιανουαρίου 1920, ο Γάλλος στρατηγός Κιερέτ έκανε ένα θλιβερό απολογισμό της κατάστασης. Η τραγική έλλειψη σε εφόδια και η αδυναμία ασφαλούς ανεφοδιασμού δεν του άφηνε πολλά περιθώρια και σκεφτόταν σοβαρά την ιδέα εγκατάλειψης της πόλης. Την ίδια μέρα ακούστηκαν πυρά από την πλευρά που ήταν το γερμανικό νοσοκομείο. Η πολιορκία του Μαράς είχε αρχίσει. Οι κεμαλικοί ξεκίνησαν τον ένοπλο αγώνα ενάντια στους Γάλλους. 

Ομάδες ενόπλων, σε συνεννόηση με Τούρκους κατοίκους της πόλης, κατέλαβαν σπίτια σε καίρια σημεία σκοτώνοντας αρκετούς Γάλλους στρατιώτες και χριστιανούς αμάχους. Οι Γάλλοι απάντησαν με πυρά πυροβολικού και πολυβόλων και σύντομα ξέσπασε σκληρή μάχη. Ο αντισυνταγματάρχης Τιμπόλτ εντυπωσιάστηκε από το άγριο και επιθετικό πνεύμα των Τούρκων. Κάθε χριστιανικό σπίτι που έπεφτε στα χέρια τους ήταν σίγουρο ότι δεν θα είχε κανέναν επιζώντα. Την επόμενη μέρα, πολλοί άμαχοι βρήκαν προστασία στα σχολεία και τις εκκλησίες, ενώ οι επικοινωνίες προς Άινταμπ και Άδανα είχαν κοπεί εντελώς. Ο Τούρκος ιστορικός Σαράλ περιγράφει τις σκληρές μάχες των τριών πρώτων ημερών με τα γαλλικά πυρά να καταστρέφουν πολλά σπίτια, τους Τούρκους να έχουν υποστεί πολλές απώλειες στα σημεία που οι υπερασπιστές ήταν Αρμένιοι αλλά «με την πλάστιγγα να γέρνει σταθερά προς την τουρκική πλευρά.» Στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου 50 στρατιώτες με χιλιάδες αμάχους, εγκλωβίστηκαν σ’ ένα οικοδομικό τετράγωνο και σώθηκαν μόνο χάρις τις υπεράνθρωπες προσπάθειες ενός γαλλικού λόχου. Από τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους που έμειναν πίσω δεν επέζησε κανείς.
Η πόλη Μαράς στις φλόγες. Οι υλικές ζημιές και οι ανθρώπινες απώλειες των αμάχων ήταν τεράστιες
           
Οι επίσημες αναφορές της τουρκικής στρατιωτικής ιστορίας αποκαλύπτουν ότι η σύγκρουση στο Μαράς δεν ήταν απλώς μια τοπική εξέγερση στην πόλη αλλά αντιπροσώπευε την έναρξη του εθνικιστικού κινήματος στην Κιλικία με στόχο την εκδίωξη των Γάλλων και τον αφανισμό, που προφανώς δεν το αναφέρει, των Αρμενίων. Οι Τούρκοι ξεκίνησαν συστηματικά να διαλύουν ολοσχερώς την αρμενική συνοικία βάζοντας φωτιές σε κάθε σπίτι. Περίπου 500 με 600 Αρμένιοι που βρήκαν καταφύγιο στην εκκλησία του Αγίου Στεφάνου και προέβαλλαν κάποια αντίσταση κάηκαν ζωντανοί όταν οι Τούρκοι κατάφεραν να την περικυκλώσουν και να την κατακάψουν με κηροζίνη. Στη συνοικία Κουμπέτ και την εκκλησία του Αγίου Σαρκίς η αντίσταση ήταν μεγαλύτερη και προκάλεσε αρκετές απώλειες στους Τούρκους, αλλά οι υπερασπιστές μαζί με 3.000 Αρμένιους αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από τις νέες αφίξεις Τούρκων ατάκτων. 
Μια μαρτυρία του χειρούργου ιατρού Γκαζαριάν στο Γερμανικό νοσοκομείο της πόλης αναφέρει ότι μια ομάδα που έσφαξε περίπου 3.000 Αρμένιους αποτελούνταν από Τούρκους, Κούρδους και Τσερκέζους με επικεφαλή τον Βαγιαζήτ Ζαντέ Σουκρί. Στον ναό του Ασντβαντσατζίν 50 λεγεωνάριοι κράτησαν σθεναρή αντίσταση έως ότου οι Τούρκοι κατάφεραν να ανοίξουν δύο τρύπες και να ρίξουν κηροζίνη μέσα στον ναό. Από τους 50 ένοπλους και τους 2.000 χριστιανούς αμάχους που επιχείρησαν έξοδο ελάχιστοι επέζησαν. Στη συνοικία Τας Χαν οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να πλησιάσουν καθώς η γαλλική αντίσταση ήταν σθεναρή και μάλιστα έχασαν μια ολόκληρη ομάδα που επιχείρησε να βάλει φωτιά μαζί με τον επικεφαλή τους, Εβλιγιέ Εφέντι. Την πέμπτη μέρα της μάχης, στις 24 Ιανουαρίου 1920, το ηθικό στη γαλλοαρμενική πλευρά ήταν χαμηλό. Έβλεπαν μέρα με τη μέρα, τη μια συνοικία μετά την άλλη να πέφτουν σε τουρκικά χέρια και να λαμπαδιάζουν. Πολλοί Γάλλοι αξιωματικοί αρνήθηκαν να εμπλακούν στη διάσωση του χριστιανικού στοιχείου της πόλης. Οι προσπάθειες για επαφή με τις άλλες φρουρές κατέστη αδύνατη και οι αγγελιοφόροι θανατώνονταν καθοδόν από τους τσέτες.

Γαλλικό ορειβατικό πυροβόλο των 75 χλστ. σε πεδίο ασκήσεων. Τα πυροβόλα αυτού του τύπου έτυχαν ευρείας χρήσης στον γαλλοτουρκικό πόλεμο
            

Στο μεταξύ στη Βυρηττό, ο στρατηγός Γκουρόντ πληροφορήθηκε στις 8 Ιανουαρίου τις συγκρούσεις μεταξύ Γάλλων και Τούρκων. Θεώρησε ότι πρόκειται για μπλόφα και ότι μια μικρή αποστολή θα μπορούσε να επιτύχει μια φιλική συμφωνία. Για την αποστολή κάλεσε τον αντισυνταγματάρχη του μηχανικού Ρόμπερτ Νορμάντ. Του ανέθεσε να πάει στο Ντιάρμπεκιρ, στο Μαρντίν και στην Ούρφα μεταφέροντας μηνύματα καλής θελήσεως των Γάλλων για να αποκατασταθεί η τάξη. Προφανώς η γαλλική διοίκηση δεν είχε αντιληφθεί την κατάσταση στην Κιλικία. Όλως παραδόξως εκτέλεσε την αποστολή του και γύρισε πίσω ζωντανός. Ο Γκουρόντ πληροφορήθηκε για τη δυσχερή κατάσταση στην Ούρφα και έλαβε επίγνωση για το Μαράς. Οργάνωσε λοιπόν ένα εκστρατευτικό σώμα από τρία τάγματα αλγερινού πεζικού, τέσσερις ίλες ιππικού, δύο πυροβολαρχίες ορεινού πυροβολικού, μια νοσοκομειακή μονάδα και μια ομάδα με ασύρματο τηλέγραφο για να αποκατασταθεί η επικοινωνία. 
Σημειώθηκε μεγάλη καθυστέρηση καθώς η δύναμη ξεκίνησε μόλις στις 2 Φεβρουαρίου. Στην πορεία, στις 5 Φεβρουαρίου, 135 από τις 250 φορτωμένες καμήλες εξαφανίστηκαν καθώς οι Γάλλοι εμπιστεύτηκαν τη φύλαξή τους σε.. Τούρκους χωροφύλακες. Ένα τάγμα του Νορμάντ βρήκε μερικούς Αρμένιους λεγεωνάριους να πολιορκούνται στο Μπελ Πουνάρ, όπου φύλασσαν μια στρατιωτική αποθήκη, από 200 Τούρκους. Οι τελευταίοι εκδιώχθηκαν εύκολα από τους Γάλλους. Η φάλαγγα έφθασε στο Ακ Σου στις 7 Φεβρουαρίου όπου η εμπροσθοφυλακή απέκρουσε επίθεση από Τούρκους με στολές του τακτικού Οθωμανικού στρατού. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας έφθασαν στην πόλη Μαράς. Η άφιξη των ενισχύσεων προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στις καταπονημένες δυνάμεις της φρουράς της πόλης. Νωρίς το πρωί της επομένης, το αλγερινό πεζικό μαζί με το ιππικό και κάθε στοιχείο του πυροβολικού παρέσυραν 250 Τούρκους που ήταν στα ορύγματά τους και πραγματοποίησαν μια θυελλώδη έφοδο. Μέχρι τις 09.00 οι Τούρκοι απωθήθηκαν και από δεύτερη γραμμή άμυνας ενώ η αναθαρρημένη φρουρά επιτέθηκε και κατέλαβε τα απολεσθέντα τμήματα της πόλης. 
Όμως η κατάσταση ήταν ακόμη κρίσιμη. Χωρίς τρόφιμα και χωρίς τη δυνατότητα άμεσης αποστολής ενός κομβόι με εφόδια δεν υπήρχε άλλη επιλογή από την εκκένωση της πόλης. Ο στρατηγός Κιερέτ βρισκόταν σε δίλλημα. Ως ανώτερος αξιωματικός και διοικητής της φρουράς του Μαράς είχε την ευθύνη για το αν έπρεπε ή όχι να εγκαταλείψουν την πόλη Ο Νορμάντ έχοντας εκμηδενίσει την τουρκική αντίσταση μέσα στο Μαράς είχε το δικαίωμα να επιστρέψει στο Ισλαχιγιέ και εξήγησε τους λόγους που δεν μπορούσε να παραμείνει. Οι άνδρες του έτρωγαν τη μισή μερίδα συσσιτίου και υπέφεραν από τις εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες –συνεχής χιονόπτωση και έως μείον 18 βαθμούς Κελσίου- χωρίς καταφύγιο. Τα μεταφορικά κτήνη δεν είχαν ζωοτροφή για πολλές μέρες και ήταν υποχρεωμένος να ενισχύσει τη φρουρά της Ούρφα. Τα πολεμοφόδια έφθαναν μόλις για 4 ημέρες και κάθε προσπάθεια να τα αναπληρώσει από το Άινταμπ ή το Μπελ Πουνάρ είχε αποτύχει. Το αποκορύφωμα ήταν η αποχώρηση του ταγματάρχη Κορνελούπ με 13 λόχους χωρίς καν να πάρει εξουσιοδότηση από τον ανώτερό του. 
Αναμφίβολα η προδιαγραφόμενη τύχη των Αρμένιων βάραινε τη συνείδηση του Γάλλου στρατηγού. Τελικά αποφάσισε να αποχωρήσει η γαλλική δύναμη μυστικά και να εγκαταλείψει τους πρόσφυγες, διότι θα δυσχέραιναν την επιστροφή. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 11ης Φεβρουαρίου οι Γάλλοι αποχώρησαν, όμως οι Αρμένιοι λεγεωνάριοι που ήταν μαζί τους, έντονα δυσαρεστημένοι από την ωμή εγκατάλειψη των ομόφυλών τους, ειδοποίησαν τους συμπατριώτες τους. Ο εξοπλισμός που δεν μπορούσε να μεταφερθεί, καταστράφηκε. Περίπου 4 με 5 χιλιάδες Αρμένιοι ακολούθησαν τη γαλλική φάλαγγα και πολλοί από αυτούς πέθαναν από την εξάντληση και τα κρυοπαγήματα στη διαδρομή έως το Ελ Ογλού όπου διανυκτέρευσαν. Ελάχιστοί είχαν υποδήματα για χειμερινή πορεία ενώ ξύπνησαν την επόμενη μέρα καλυμμένοι με 20 εκατοστά χιόνι. Μετά από 3 μέρες πορείας έφθασαν στο Ισλαχιγιέ.

Σενεγαλέζου στον Γαλλικό Στρατό, Ιανουάριος 1918. Συμμετείχαν στις περισσότερες
συγκρούσεις του Γαλλοτουρκικού πολέμου.


Η υποχώρηση προκάλεσε σοβαρό πλήγμα στο ηθικό των Γάλλων. Οι απώλειες των τελευταίων υπολογίζονται στους 1.200 άνδρες. Το έξοχο 412 Σύνταγμα είχε 223 απώλειες εκ των οποίων οι 122 νεκροί. Ο Νορμάντ ανέφερε μόνο 11 νεκρούς και 35 τραυματίες στρατιώτες από το τμήμα του αλλά είχε και 150 κρυοπαγημένους. Τα τμήματα των Σενεγαλέζων και Αλγερινών υπέστησαν απώλειες 630 ανδρών. Οι τουρκικές απώλειες έτσι όπως παρουσιάζονται στη γενική έκθεση του προσωπικού ήταν 200 νεκροί και 500 τραυματίες, αλλά πιθανότατα αυτοί οι αριθμοί αντιπροσωπεύουν τις απώλειες που υπέστησαν μονάχα τα τακτικά σώματα της 3ης Μεραρχίας Καυκάσου της 9ης Στρατιάς και δύο ιλών ιππικού. Ο τοπικός μουτασερίφης, ο κυβερνήτης της διοικητικής διαίρεσης ενός σαντζακίου, ανέφερε στις 29 Φεβρουαρίου 1920 ότι υπολόγιζε τους νεκρούς του Μαράς σε 6 με 8 χιλιάδες εκ των οποίων οι 4 χιλιάδες Αρμένιοι και οι υπόλοιποι Τούρκοι άτακτοι και άμαχοι. Το μεγαλύτερο φόρο αίματος πλήρωσαν οι Αρμένιοι άμαχοι. Πριν την πολιορκία η πόλη Μαράς είχε περίπου 24.000 Αρμένιους κάτοικους, ενώ μετά την αποχώρηση των Γάλλων στις 11 Φεβρουαρίου 1920 είχαν μείνει στην πόλη μόλις 9.700. Αν συνυπολογίσουμε και τους 1.000-1.200 από αυτούς που πέθαναν από τις κακουχίες της μετάβασης στο Ισλαχιγιέ φτάνουμε στον αριθμό των 12.700-13.700 επιζώντων από τον αρχικό αριθμό των 24 χιλιάδων ήτοι περίπου το μισό του αρχικού Αρμενικού πληθυσμού της πόλης.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα άρθρου του γραφόντα από το περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 266, Μάιος 2019.
(

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2019

Η κατάσταση και οι ελληνικοί πληθυσμοί στη Μικρά Ασία πριν το 1919, η Ελλάδα έχει πλέον την ευθύνη υπεράσπισης των ομόφυλών της.

Ο Χένρυ Μοργκεντάου ήταν Αμερικανός, Εβραίος
στην καταγωγή, πρέσβης
στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1916.
 
Ο αριθμός των Ελλήνων στα εδάφη της Τουρκίας κυμαινόταν στα 2.400.000, με την συντριπτική πλειοψηφία αυτού στα παράλια της Μικράς Ασίας, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη.[1]Οι διώξεις του Ελληνικού στοιχείου μπορούν να χωριστούν σε δύο φάσεις. Αρχικά, οι διωγμοί που ξεκίνησαν με το πέρας των Βαλκανικών Πολέμων και κυρίως κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην φάση αυτή σκοπός ήταν η εκδίωξη του Ελληνικού πληθυσμού μέσα από τακτικές τρομοκρατίας, λεηλασίας και καταστροφής. Ο πρέσβης των Η.Π.Α. στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ,Χένρυ Μοργκεντάου, σημειώνει την «αποφασιστικότητα στον εκριζωμό κάθε μη Τουρκικού στοιχείου».[2] Η γενοκτονία των Αρμενίων λάμβανε χώρα, πάντα σύμφωνα με τα προσυμφωνημένα σχέδια των Νεότουρκων, ενώ οι Ελληνικοί πληθυσμοί γλίτωσαν την σφαγή, ώστε να μην αναγκασθεί η Ελλάδα να προσχωρήσει στο πλευρό της Αντάντ. Ξεκίνησε συστηματική στρατολόγηση των Ελλήνων στον Οθωμανικό Στρατό και άμεση υπαγωγή στα «αμελέ ταμπουρού», τα τάγματα εργασίας, όπου χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους. Ο διωγμός των μη Τούρκων αποτέλεσε τον άξονα της εσωτερικής Τουρκικής πολιτικής. 

Η δεύτερη φάση θα επέλθει με την άνοδο του Κεμαλισμού και θα αφανίσει το Ελληνικό στοιχείο στη Μικρά Ασία. Συμπερασματικά, η καταστροφή των Ελληνικών κοινοτήτων ήταν αναπόσπαστο τμήμα του εκτουρκισμού της Τουρκίας και η απόβαση τον Μάιο του 1919 αποτέλεσε την ενέργεια αποτροπής αυτού.
Ο Βενιζέλος για να υποστηρίξει τις διεκδικήσεις του στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού αποφασίζει την συμμετοχή με 2 Μεραρχίες στην Εκστρατεία της Κριμαίας  (7/1/1919-28/4/1919) με τα ελληνικά στρατεύματα να κερδίζουν εγκωμιαστικά σχόλια για την πολεμική τους απόδοση παρά την συνολική αποτυχία της επιχείρησης.  Επί της ουσίας αποτελούσε την ανταλλαγή στην υποστήριξη της Γαλλίας στις Ελληνικές θέσεις.[3]Είχε ήδη προηγηθεί στις 30/12/1918 στο Παρίσι από την Ελληνική αντιπροσωπεία, υπόμνημα για τις διεκδικήσεις της Ελλάδας στη Μικρά Ασία με βάση ιστορικά, εθνολογικά και ηθικά στοιχεία και με τη θέση ότι «η Ελλάδα δεν πηγαίνει εκεί όπου της λείπει η εθνολογική της βάσις».

Η απόφαση για την απόβαση στην Ιωνία αποτελούσε το καθεαυτό δόγμα του αλυτρωτισμού, το οποίο συμπίπτει χρονολογικά με την πολιτική του Βενιζέλου, που βασίζονταν σε παράτολμα-όχι όμως ανέφικτα- κριτήρια για την υλοποίησή του. Η υψηλή στρατηγική της Ελληνικής πολιτικής ηγεσίας αφορούσε την κάλυψη του κενού που άφηνε η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε εξάρτηση με τα- συνήθως αντικρουόμενα- συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων.[4]  Το τελευταίο αυτό στοιχείο δυστυχώς το εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο η Τουρκική πλευρά. Το στοιχείο της πολιτικής  , που δεν είναι ανεξάρτητο από το στρατιωτικό κατά τη διάρκεια μιας πολεμικής σύγκρουσης, στην Μικρασιατική Εκστρατεία  είχε εξαιρετικά βαρυσήμαντο ρόλο. Οι πολιτικές εξελίξεις όχι απλώς εξελίσσονταν παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και τις επηρέαζαν και επηρεάζονταν σε σημαντικό βαθμό από αυτές.

Χαλάστρας Κωνσταντίνος

[1] Ενδεικτικά, σύμφωνα με επίσημα Τουρκικά (1910) και Ελληνικά(1912) στοιχεία το Ελληνικό στοιχείο ανέρχονταν στο 43,71% ή 50,8% (Τουρκικά και Ελληνικά αντίστοιχα) στην Ανατολική Θράκη, στο 30% ή 28,2 στην Κωνσταντινούπολη, και στο σύνολο των Οθωμανικών εδαφών σε Ασία και Ευρώπη στους 2.400.000 με μεγάλα ποσοστά στις επαρχίες Αϊδινίου, Ισμίτ, Τραπεζούντας και  με συμπαγείς μικρότερους πληθυσμούς στην υπόλοιπη ενδοχώρα. Petsalis-Diomidis N.«Greece at the Paris Conference 1919»,Θεσσαλονίκη 1978,Institude for Balkan Studies. σ.341-347
[2] Morgenthau Henry, «Ambassador Morgenthau's Story, New York 1919», Double Day-Page and Company σ.285 Ο Χένρυ Μοργκεντάου, πρέσβης των Η.Π.Α. στην Κωνσταντινούπολη το διάστημα 1913-1915, αναφέρει επίσης ότι «πράγματι οι Έλληνες είναι τα πρώτα θύματα αυτής της εθνικιστικής ιδέας»(σελ.323) και υπολογίζει σε 100.000 τους Έλληνες που βρήκαν καταφύγιο στα Ελληνικά νησιά, μέσα σε διάστημα 4 μηνών. Μαζί με τους Αρμένιους , χιλιάδες Έλληνες ξυλοκοπήθηκαν, βασανίστηκαν, απήχθησαν για με την αιτιολογία της «έλλειψης πίστης» στο Οθωμανικό καθεστώς.(σελ.324-325)
[3] Ο Κλεμανσώ ανέφερε σε δήλωσή του : «Η Γαλλία θα αναλάβει πρωτοβουλία προς εδαφική επέκταση της Ελλάδος εις την Θράκη και εκθύμως θα υποστηρίξει πάσα υπέρ Ελλάδος λύσιν του ζητήματος της Σμύρνης…»Τσιριγώτης Διονύσιος ,«Η Ελληνική Στρατηγική στη Μικρά Ασία 1919-1922». Αθήνα 2010, Εκδόσεις Ποιότητα, σελ.127
[4]   Η ικανότητα της χρήσης όλων των διαθέσιμων μέσων του Κράτους – οικονομία, τεχνολογία, διπλωματία, λαός , ένοπλες δυνάμεις κ.α.- για την επίτευξη των ιεραρχημένων και προσδιορισμένων στόχων. Τσιριγώτης Διονύσιος ,«Η Ελληνική Στρατηγική στη Μικρά Ασία 1919-1922» σελ. 82

Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

Οι σχέσεις Καρόλου του Μεγάλου και Βυζαντίου (768-800).


Χαλάστρας Κωνσταντίνος

Από το πρώτο τέταρτο του 8ου αιώνα, το Βυζάντιο είχε καταστεί αρκετά απόμακρο για τη Δύση. Ο ανηλεής και συνεχής αμυντικός αγώνας απομόνωσε το ενδιαφέρον των Βυζαντινών και η Δύση παραμελήθηκε. Στη δεύτερη σύνοδο της Νίκαιας, η επονομαζόμενη και έβδομη οικουμενική σύνοδος όπου πραγματοποιήθηκε η αναστήλωση των εικόνων, το φθινόπωρο του 787, οι απεσταλμένοι του Αδριανού εξέφρασαν τον ενθουσιασμό τους για τον «πνευματικό υιό» του πάπα, Κάρολο, βασιλιά των Φράγκων.[1]
Ο χάρτης της Ευρώπης περίπου το 800 μ.Χ.
            Οι Βυζαντινοί πληροφορήθηκαν για τα επιτεύγματά του όχι μόνο στη βόρεια Ιταλία και το γεγονός ότι είχε κατακτήσει ολόκληρη τη Δύση, αλλά κυρίως ότι είχε υποτάξει βαρβαρικές φυλές και τις εκχριστιάνισε. Ένας «βάρβαρος» για τους Βυζαντινούς βασιλιάς, πραγματοποιούσε ότι μονάχα αυτοί έπρεπε να κάνουν. Ο οικουμενικός ρόλος τους ήταν αναντικατάστατος και έτσι έπρεπε να παραμείνει. Η  δεδομένη κατάσταση στη Δύση έπρεπε να υποβαθμιστεί ή ακόμα κι αν ήταν εφικτό να αποσιωπηθεί. Συνεπώς, το τμήμα των λεγόμενων του πάπα δεν μεταφράστηκε στα ελληνικά.
            Το 781 η αυτοκράτειρα Ειρήνη έστειλε τον σακελλάριο Κώνσταη και τον πριμικήριο Μάμαλο -υπεύθυνο επί της σακέλλης, δηλαδή του αυτοκρατορικού ταμείου και εκκλησιαστικό αξιωματούχο αντίστοιχα- στον Κάρολο προκειμένου να πραγματοποιηθεί συνοικέσιο μεταξύ Καρόλου και Ειρήνης.[2] Ο γάμος τελέστηκε μεταξύ του Κωνσταντίνου ΣΤ’ και της κόρη του Καρόλου Ροτρούδη (Ερυθρώ). Η αυτοκράτειρα, που υπέγραφε ως «βασιλεύς» και όχι ως βασίλισσα, συμμάχησε με τους Φράγκους ενάντια στους Λομβαρδούς. Αυτό αποτέλεσε και στρατηγική της Ειρήνης προκειμένου η προσέγγιση με τη Δύση να αποφέρει μια σταθεροποίηση στο θρόνο. Δεν είχε καμία πρόθεση να εγκαταλείψει τα «προαιώνια» δικαιώματα των «Ρωμαίων» αυτοκρατόρων. Αυτό συμπεραίνουμε και από την διάσταση που έδωσε στην οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας, όπου γινόταν λόγος για έναν «νέο Κωνσταντίνο, τον ΣΤ’, και μια νέα Ελένη», που θα προσέδιδαν ξανά την αγνότητα στη χριστιανοσύνη. Μάλιστα, ο ίδιος ο πάπας αναγνώριζε τον οικουμενικό χαρακτήρα της συνόδου.[3]
Η Βυζαντινή αυτοκράτειρα
Ειρήνη Αθηναία.
            Ο Κάρολος αρνήθηκε να συνταχθεί με τα παραπάνω σχέδια και σύντομα τα παραπάνω σχέδια ναυάγησαν. Το συνοικέσιο αποδείχθηκε βραχύβιο και διαλύθηκε το 788 όπως και η συμμαχία. Η Ειρήνη που επί της ουσίας κινούσε τα νήματα, έστειλε τον Ιωάννη, σακελλάριο και λογοθέτη του στρατιωτικού, προς ενίσχυση του Θεόδοτου των Λομβαρδών και κατόπιν κατέφθασε και ο στρατηγός Σικελίας, Θεόδωρος. Οι Βυζαντινοί εκστράτευσαν εναντίων των Φράγκων στο Μπενεβέντο. Στη μάχη που ακολούθησε οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν κατά κράτος και ο Ιωάννης αιχμαλωτίστηκε και θανατώθηκε.[4] Οι Φράγκοι με επικεφαλής τους Γκρίμοαλντ και Χίλντεμπραντ είχαν ελάχιστες απώλειες σε άνδρες και εξοπλισμό και επέστρεψαν στο στρατόπεδό τους με πλούσια λεία και πολλούς αιχμαλώτους.[5] Παρ’ όλα αυτά ο Κάρολος δεν κατάφερε ποτέ να επιβάλλει πλήρως την κυριαρχία του στον δούκα του Μπενεβέντο  παρά τις συνεχείς εκστρατείες του τα έτη 791, 792-793, 800, 801-802.[6]
            Ο Κάρολος είχε προσδέσει το βασίλειο της Ιταλίας στο φραγκικό βασίλειο ήδη από το 774. Μετά τις εκστρατείες που πραγματοποίησε στο κράτος των Αβάρων, η βυζαντινή Δαλματία αποδέχθηκε την χαλαρή επικυριαρχία των Φράγκων ειρηνικά. Παράλληλα με το στρατιωτικό σκέλος, Κάρολος συνέχιζε να υπονομεύει την πνευματική ανωτερότητα των Βυζαντινών.
            Τα πρακτικά της συνόδου της Νίκαιας στάλθηκαν στη Ρώμη το 790 και στη συνέχεια στη φραγκική αυλή, μεταφρασμένα στα Λατινικά. Ο κλήρος γύρω από τον Κάρολο είχαν εξάγει σημαντικά συμπεράσματα. Φάνηκε γι’ αυτούς ότι πλέον η εκκλησία «των Γραικών» δεν διατηρούσε μια θεολογικά ορθή και αξιόπιστη θεώρηση του Χριστιανισμού. Υποστήριζαν ότι αυτοί είχαν αντιληφθεί των ρόλο των εικόνων που ήταν ουδέτερος, την ίδια στιγμή που η σύνοδος, έτσι όπως μετέφρασαν τα πρακτικά, πρότεινε την λατρεία τους. Οι Γραικοί, όπως συμβούλεψαν οι κληρικοί στον Κάρολο, είχαν εξαντλήσει την ενέργειά τους στα εσωτερικά ζητήματα και είχαν δείξει δείγματα φθοράς και παρακμής. Ο μελλοντικός αρχιεπίσκοπος της Ορλεάνης, Θεοδούλφος, ανέφερε ότι δεν έπρεπε να παρθεί αυτή η πρωτοβουλία αλλά να ζητηθεί η γνώμη και των υπολοίπων εκκλησιών.
            Είναι προφανές ότι ο Φράγκος ηγεμόνας, όντας  στο απόγειο της ισχύος του, θεώρησε υποτιμητικό για την Εκκλησία του να αποδεχθεί αποφάσεις που είχαν παρθεί στην Ανατολή. Εκδόθηκαν λοιπόν τα δικά του διατάγματα, τα Libri Carolini (Opus Caroli Regis Contra Synodum).
            Τα διατάγματα της συνόδου απορρίφθηκαν και περιφρονήθηκαν εξ ολοκλήρου.[7] Η φιλοδοξία του Καρόλου ήταν να αναδειχτεί μια νέα τάξη πραγμάτων από την μεταρρύθμιση της Λατινικής Εκκλησίας ως ολότητας. Το θρησκευτικό ζήτημα πολιτικοποιήθηκε λοιπόν τάχιστα από τη διαφοροποίηση με την Ανατολή, με σκοπό την οικειοποίηση του αυτοκρατορικού ρόλου. Η πεποίθηση ότι ζούσαν σε μια μοναδική και προνομιούχα Χριστιανοσύνη έγινε ξεκάθαρη από τη σύνοδο της Φρανκφούρτης το 794, όπου το ζητούμενο ήταν η καταδίκη των Γραικών και της Ανατολικής Εκκλησίας και λιγότερο το θρησκευτικό σκέλος της λατρείας των εικόνων. Πρέπει να αναφερθεί και ο σημαίνοντας ρόλος του Καρόλου σε αυτή τη σύνοδο, καθώς η εποπτεία του επί των επισκόπων ήταν απόρροια του καθήκοντος να προστατέψει την εκκλησία, κάτι που μαρτυρά και ο χαρακτηρισμός «επίσκοπος των επισκόπων» (episcopus episcorum).[8]
            Την ίδια στιγμή στο Βυζάντιο η αυτοκράτειρα μετά από μια συνεχή υπονόμευση του υιού της, τον οποίο και τελικά τύφλωσε, έμελλε να κυβερνά μόνη της από το 797. Αυτό αποτέλεσε και μια ακόμα αφορμή για την νομιμοποίηση της στέψης του Καρόλου αφού δεν υπήρχε άρρην στον θρόνο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τον Σαλικό νόμο μάλιστα τον Φράγκων, στον οποίο αναφέρεται ότι κανένα τμήμα της γης ή κληροδότημά της δεν μπορεί να ανήκει σε γυναίκα, αλλά στα αρσενικά μέλη, προκύπτει ένα «βολικό» κενό στη διαδοχή της αυτοκρατορίας.
Ο Φράγκος βασιλιάς Κάρολος Α', ο επονομαζόμενος και
Κάρολος ο Μεγάλος.
            Αναφέρεται ότι το επόμενο έτος, το 798, Έλληνες πρέσβεις εμφανίστηκαν ενώπιων του Καρόλου διατεθειμένοι να κινηθούν διαδικασίες προκειμένου να μεταβιβασθεί η αυτοκρατορική εξουσία σε αυτόν (ut traderent ei imperium). Όπως ήταν επόμενο ο Κάρολος τους απέπεμψε και το μόνο που κατάφεραν ήταν να ενισχύσουν το ηθικό των Φράγκων. Ο λόγιος και ποιητής Αλκουίνος της Υόρκης, μας παρουσιάζει την οπτική από το φραγκικό στρατόπεδο όταν το 799 αναφέρει ότι «..η ασφάλεια της χριστιανικής εκκλησίας, πλέον, βρίσκεται στους ώμους τους Καρόλου, του επικεφαλής της Χριστιανοσύνης, που ήταν υπέρτερος από τον πάπα και τον αυτοκράτορα μαζί..».[9]



[1] P.Brown, The Rise of Western Christendom, σελ.405
[2] Theophanis Chronographia, ed. B.G. Niebuhr, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, 43,  (Bonn: Impensis ed Weberi, 1839), σελ. 705 «Τούτω τω έτει απέστειλεν Ειρήνη Κωνταντίνον σακελλάριον και Μάμαλον πριμικήριον προς Κάρουλον ρήγα των Φράγγων, όπως την αυτού θυγατέρα, Ερυθρώ λεγόμενην, νυμφεύσηται τω βασιλεί Κωνσταντίνω τω θιώ αυτής
[3] H. Fichtenau, The Carolingian Empire, the age of Charlemange, σελ. 67
[4] Niebuhr, Theophanis, σελ.718. «αποστείλασα δε Ειρήνη Ιωάννην τον σακελλάριον και λογοθέτην του στρατιωτικού εις Λογγιβαρδίαν μετά και Θεοδότου του ποτέ ρηγός της μεγάλης Λογγιβαρδίας προς το ει δυνηθείεν αμύνασθαι του Καρόλου, και αποσπάσαι τινάς εξ αυτού. Και κατήλθον ουν συν Θεοδώρω πατρικίω και στρατηγό Σικελίας. Και πολέμου κρατηθέντος, εκρατήθη υπό των Φράγκων ο αυτός Ιωάννης, και δεινώς ανηρέθη.»
[5] Pertz, Annales Regni Francorum,  σελ.83 « Commisso immodicam ex eis multitudinem ceciderunt ae sine suo suorumque gravi dispendio I magnum captivorum ac spoliorum numerum in sua castra retulerunt».
[6] Pirenne, Mohammed and Charlemagne, σελ.230.
[7] P.Brown, The Rise of Western Christendom, σελ.406.
[8] H. Fichtenau, The Carolingian Empire, the age of Charlemange, σελ. 59. Φυσικά αυτό δε σήμαινε ότι ο Κάρολος δεν είχε αυτογνωσία και ότι θεωρούσε τον εαυτό του ως τον ανώτατο ιερέα της εκκλησία του Χριστού.
[9] H. Fichtenau, The Carolingian Empire, the age of Charlemange, σελ.73.

Δευτέρα 27 Μαΐου 2019

Η κατάληψη της Σμύρνης από τους σταυροφόρους (1344) και η τουρκική αντεπίθεση.

Μετά τη συνθήκη του 1337 τα λατινικά κρατίδια του Αιγαίου και της ηπειρωτικής Ελλάδας απόλαυσαν μια μικρή περίοδο ειρήνης και ομαλότητας 3 ετών, κάτι που αντανακλάται στην παντελή έλλειψη αναφορών από τις πηγές για τουρκικές επιδρομές. Μάλιστα επιτεύχθηκε ανακατάληψη της Κω από τους Ιωαννίτες ιππότες. Από το 1340 ξεκίνησαν πάλι οι επιδρομές στην περιοχή της Χαλκίδας και το θέρος του ιδίου έτους οι Βενετοί εξέταζαν το ενδεχόμενο να ανασυστήσουν την «Ιερά Συμμαχία». Οι Βενετοί της Κρήτης ξεκίνησαν τις προετοιμασίες αλλά η Γερουσία απαίτησε να τις σταματήσουν για να μην υπάρχει προκλητικότητα.
Πλοίο των σταυροφόρων στην ανατολική Μεσόγειο.
Φυσικά, αυτό μόνο αποτροπή δεν προκάλεσε καθώς οι Τούρκοι επιδρομείς, έχοντας αποκτήσει πάλι ισχυρή δύναμη, ερήμωναν κάθε νησί και παραλιακή περιοχή και όταν έφθασαν σε σημείο να μην μπορούν να βρουν πλούσια λεία ξεκίνησαν τις επιδρομές στην Κρήτη. Η διοίκηση του νησιού αναγκάστηκε να πάρει έκτακτα μέτρα και να εκδώσει οδηγίες για την ενίσχυση των ξένων εμπόρων που έπλεαν προς και από την Κρήτη. Την τραγική αυτή κατάσταση επιβεβαιώνει και ο Καντακουζηνός που σημειώνει τον μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων που έπαιρναν στην επιστροφή οι επιδρομείς από το Αιγαίο, τη Θράκη, τη Μακεδονία και την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα.
Αυτή την περίοδο ξεχώριζε για την ισχύ και την τόλμη μεταξύ των ηγεμόνων των τουρκικών εμιράτων ο Ομούρ, ο εμίρης του Αϊδινίου από το 1334. Ο Βυζαντινός ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς αναφέρει χαρακτηριστικά «..τούτων τοίνυν απάντων ισχυρότερος ο Αμούρ εγεγόνει, σπουδή και τόλμη χρησάμενος υπέρ τους άλλους». Με τον στόλο του ο Ομούρ έγινε ο φόβος και ο τρόμος των νησιών, της Χαλκίδας, του Μορέα, της Κρήτης και της Ρόδου. Μπορούσε να λεηλατήσει αυτές τις περιοχές οποτεδήποτε, ενώ αποσπούσε σημαντικά ποσά φόρου υποτελείας ετησίως από τους κατοίκους. Ο Οθωμανός ιστορικός και ποιητής Ενβερί τον αναφέρει ως «κυρίαρχο του Μορέα και επί των Φράγκων». Ο εμίρης του Αϊδινίου διαδραμάτισε επίσης σημαντικό ρόλο στην πορεία του Βυζαντινού εμφυλίου Καντακουζηνών-Παλαιολόγων. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός τον χρησιμοποίησε πολλές φορές, έχοντας μαζί του στενή φιλία από το 1334, για να απωθήσει Βούλγαρους και Σέρβους.
Τυπικός εξοπλισμός ιππότη την εποχή
των σταυροφοριών της Σμύρνης.
Η συνεχής αύξηση της δύναμης του Ομούρ ήταν βασική αιτία για τη σταυροφορία της Σμύρνης. Η κατάσταση που έφτασε πλέον στο απροχώρητο ανάγκασε τους διστακτικούς και πάλι στην αρχή, Βενετούς στις αρχές του 1342 να στείλουν βοήθεια στον νέο δούκα της Νάξου Γιανούλι Σανούντο, διάδοχο του Νικολό, και στην Κρήτη. Οι συγκυρίες φάνηκαν ευνοϊκές όταν τον Μάιο του 1342 εκλέχτηκε ο νέος πάπας Κλήμης ΣΤ’ που έδειξε αμέσως ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στην Ανατολή και ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις με τη Βενετία για μια σταυροφορία. Η Γερουσία υπολόγισε τη συνολική δύναμη του Ομούρ σε 200-300 σκάφη, συμπεριλαμβανομένων αρκετών μεγάλων γαλέων. Η Βενετία θεωρούσε ότι 25-30 μεγάλες γαλέες και 7.000 άνδρες αρκούσαν για την καταστροφή του αντιπάλου. Ενώ οι διαπραγματεύσεις για το μέγεθος του στόλου συνεχίζονταν, ο πάπας συνάντησε μεγάλη δυσκολία στη χρηματοδότηση του εγχειρήματος δεδομένου της κατάστασης που επικρατούσε στη δυτική Ευρώπη. Η συνεισφορά της Κύπρου υπό τον βασιλέα Ούγο Β’ ανήλθε στις 4 γαλέες. Η Αικατερίνη Β’ του Βαλουά-Κουρτεναί είχε υποσχεθεί δύο γαλέες, ενώ ο Γιανούλι Α’ Σανούντο και ο Τζιόρτζιο Β’ Γκίσι είχαν υποσχεθεί από μια γαλέρα έκαστος.(1) Ο πάπας αναγόρευσε τον Μαρτίνο Ζαχαρία, τον πρώην διοικητή της Χίου, σε καπετάνιο-στρατηγό των παπικών γαλεών και τον Λατίνο πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Ερρίκο του Άστι ως λεγάτο τιτουλάριο(παπικό αντιπρόσωπο) ενώ η Βενετία έθεσε την αρχηγία του στόλου (capitaneus Unionis) στον Πιέτρο Ζένο τον Σεπτέμβριο του 1343. Μαζί με τους Ιωαννίτες ο στόλος πλέον αριθμούσε 24 γαλέες, αριθμός ο οποίος επιβεβαιώνεται και από τον Καντακουζηνό. Η ισχύς του ιπποτικού τάγματος το 1343, ήταν 400 Ιωαννίτες στη Ρόδο, μια μικρή φρουρά στην Κω καθώς και μισθοφόρους και ντόπιους στρατολογημένους για τα καθήκοντα φρούρησης των δυο νησιών.
Το εμιράτο του Μεντεσέ ακολούθησε κατά τη διάρκεια της σταυροφορίας την ίδια πολιτική που είχε και με την «Ιερή Ένωση» την περίοδο 1332-1334, διατηρώντας την επαφή με τους Βενετούς και μένοντας αμέτοχο στον πόλεμο. Τέλη Μαΐου η κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, που αποτελούσε τότε η αντιβασιλεία, κατάφερε να αποσπάσει τον Ομούρ από τη Θράκη όπου δρούσε για λογαριασμό του Καντακουζηνού στον εμφύλιο και τον έπεισε να επιστρέψει στο εμιράτο του. Η ακριβής εξέλιξη των επιχειρήσεων δεν μας είναι γνωστή αλλά ξέρουμε ότι ο στόλος των σταυροφόρων συγκρούστηκε με τους Τούρκους αρχικά σε μικρής κλίμακας μάχη στη Χαλκίδα και έπειτα στην Παλλήνη Χαλκιδικής. Σύμφωνα με το χρονικό του σύγχρονου της εποχής Γουλιέλμου Κορτουσί από την Πάδουα η ναυμαχία της Παλλήνης έγινε την μέρα της Ανάληψης (13/5/1344) και ο ενωμένος χριστιανικός στόλος έκαψε και βύθισε 52 (ο Καντακουζηνός αναφέρει 60) τουρκικά σκάφη, πολλά από τα οποία είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν στην προσπάθειά τους να σωθούν. Αναφέρεται μάλιστα ότι στη ναυμαχία της Παλλήνης αιχμαλωτίστηκε ο εγγονός ενός εμίρη και αργότερα απελευθερώθηκε.
Βενετικός χάρτης, μεταγενέστερος των σταυροφορικών εκστρατειών, της Κρήτης (1563) από τον κρητικό χαρτογράφο Γεώργιο Σιδέρη ή Καλαπόδα. Η Κρήτη αποτέλεσε την πλέον σημαντική βάση για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων ενάντια στους Τούρκους.(Παλάτι των Δόγηδων, Βενετία).
Μετά από αυτές τις επιτυχίες οι σταυροφόροι κατευθύνθηκαν προς τη Σμύρνη, όπου και έφτασαν στις 28/10/1344. Αμέσως εκτέλεσαν μια ορμητική επίθεση και κατέλαβαν το λιμάνι και την υπόλοιπη πόλη, πλην της ακρόπολης. Η μικρή τουρκική φρουρά που αιφνιδιάστηκε δεν είχε πολλά περιθώρια αντίδρασης, ενώ όσα τουρκικά σκάφη ήταν εντός του λιμένα καταστράφηκαν. Η κατάληψη του λιμένα τον οποίο ο Ομούρ είχε ως ορμητήριο για τις επιδρομές του, προκάλεσε κύμα ενθουσιασμού στους Χριστιανούς ενώ αντίθετα οι αντίπαλοί τους ανησύχησαν τόσο πολύ ώστε Τούρκοι απ’ όλα τα εμιράτα άρχισαν να συρρέουν για να βοηθήσουν τους ομόφυλούς τους, του Αϊδινίου. Μια ακόμα επίθεση ενός επικεφαλή του στόλου των Τούρκων του Αϊδινίου Μουσταφά με 5 γαλέες κατέληξε σε συντριβή από τον στόλο του Πιέτρο Ζένο. Ο δόγης της Βενετίας Ανδρέας Δάνδολος ενημέρωσε με μεγάλη χαρά τον πάπα για αυτήν την πράγματι σημαντική νίκη των σταυροφόρων. Παρόλο που η δυναμική αυτή ενέργεια και η κατάληψη της Σμύρνης έχει δίκαια χαρακτηριστεί ως η «θετικότερη και μακροβιότερη επιτυχία της λατινικής συνεργασίας στην Ανατολή κατά τον 14ο αιώνα», έγινε γρήγορα αντιληπτό ότι ήταν αδύνατη η ανάληψη επιθετικής ενέργειας στα ενδότερα της Μικράς Ασίας.


Η Σμύρνη είχε χωριστεί στα δύο. Οι σταυροφόροι διατηρούσαν τον έλεγχο  του λιμένα και ενός οχυρού στην προκυμαία και της υπόλοιπης πόλης, ενώ οι Τούρκοι την ακρόπολη. Μεταξύ τους παρεμβαλλόταν μια ουδέτερη ζώνη, ένας λαβύρινθος από ερημωμένα σπίτια. Οι σταυροφόροι οχύρωσαν την ακτογραμμή και έσκαψαν μια τάφρο για ενίσχυση. Ο Οθωμανός χρονικογράφος Ενβερί αναφέρει ότι οι Τούρκοι σφυροκόπησαν με καταπέλτες τις νεοανεγερθέντες οχυρώσεις των Λατίνων αλλά μια ξαφνική επίθεση των σταυροφόρων κατέστρεψε τις πολιορκητικές μηχανές. Όσο οι συγκρούσεις λάμβαναν μέρος στη θάλασσα οι σταυροφόροι διατηρούσαν σχεδόν πάντα το πάνω χέρι, όμως στη ξηρά η κατάσταση ήταν ισορροπημένη. Ο πατριάρχης Ερρίκος του Άστι ήθελε να πραγματοποιηθεί εορτασμός αυτής της επιτυχίας, προφανώς για να μνημονεύεται αυτή και το όνομά του, σε μια εγκαταλελειμμένη εκκλησία την οποία οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε στάβλο.(2) Το γεγονός ότι η εκκλησία βρισκόταν στην ουδέτερη ζώνη των δύο αντιτιθέμενων στρατών δεν πτόησε τον Ερρίκο και οι σταυροφόροι δείχνοντας αδικαιολόγητη ολιγωρία, ή και αλαζονεία, δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, παρ’ όλο που ο Ζαχαρίας και οι υπόλοιποι επικεφαλής είχαν ήδη εκφράσει τις ανησυχίες τους για τον τόπο τέλεσης της εορτής.
Ανήμερα του αγίου Αντωνίου, στις 17/1/1345 οι Τούρκοι υπό τον Ομούρ επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά από την ακρόπολη πάνω στους παρευρισκομένους στην εκκλησία. Ο όχλος από απλούς, άμαχους πολίτες όπως ήταν επόμενο πανικοβλήθηκε και δημιούργησε χάος στις τάξεις των χριστιανών. Στη σύγκρουση σκοτώθηκε πλήθος Λατίνων και Ελλήνων κατοίκων, όμως το σημαντικότερο ήταν η απώλεια των κεφαλών της σταυροφορίας. Ο πατριάρχης Ερρίκος, ο Ζαχαρίας και ο Βενετός επικεφαλής Πιέτρο Ζένο εγκλωβίστηκαν μέσα στον ναό μαζί με αρκετούς συμπολεμιστές τους και σφαγιάστηκαν μέχρι ενός. Περίπου 40 ευγενείς και αξιωματικοί βρήκαν τον θάνατο στην τραγική για τους σταυροφόρους μάχη. Είναι πιθανό και οι Τούρκοι να υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Ο Ιμπραήμ Μπαχαντούρ Μπέγκ, αδερφός του Ομούρ, συμπεριλαμβανόταν στις απώλειες των Τούρκων, ενώ ο ίδιος ο εμίρης μαζί με τον άλλον αδελφό του, Κχιζίρ τραυματίστηκαν στη μάχη.



(Το παρόν αποτελεί απόσπασμα άρθρου του γραφόντα από το περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 259,Οκτώβριος 2018)