Ιστορία

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

Basilica Cisterna, ένα εκπληκτικό κατασκευαστικό της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η ζωτική σημασία της για την άμυνα της Πόλης.

 Η ικανότητα της Κωνσταντινούπολης να αντέχει πολύ μακρές πολιορκίες και αποκλεισμούς δεν οφειλόταν μόνο στο μήκος, το ύψος και το πάχος των Θεοδοσιανών Τειχών. Η κατασκευή των τειχών πραγματοποιήθηκε έτσι ώστε να προστατεύει μεγάλα τμήματα αγροτεμαχίων μεταξύ της αστικής περιοχής και των εξωτερικών οχυρώσεων, τα οποία χρησιμοποιούνταν για την καλλιέργεια σιτηρών και άλλων ειδών προκειμένου να υπάρχει επαρκής τροφή για τον πληθυσμό σε κρίσιμες περιόδους.





Εκατοντάδες μικρές και μεγάλες δεξαμενές με συστήματα φιλτραρίσματος νερού ήταν ζωτικής σημασίας για το αμυντικό σύστημα. Η Βασιλική Cisterna, η μεγαλύτερη από όλες, που χτίστηκε κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού Α' (527-565 ή πιο ορθά επεκτάθηκε και διαμορφώθηκε πάνω σε μια ήδη κατεστραμμένη), ήταν σε θέση να χωρέσει 78.000 κυβικά μέτρα νερού με την οροφή να υποστηρίζεται από ένα σύμπλεγμα με 336 μαρμάρινες κίονες ύψους 8 μέτρων.


Δύο κίονες, που στηρίζονται σε αρχαίες ελληνικές βάσεις, υποβαστάζονται από ογκόλιθους, όπου έχουν σκαλιστεί δύο ογκώδη γοργόνεια, με ανάγλυφες κεφαλές Μέδουσας, ένα από αυτά τοποθετημένο ανάποδα και το άλλο στο πλάι.

Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

Η αντίδραση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη στέψη του Καρλομάγνου από τον Πάπα

 Τα Βυζαντινά ανάκτορα προσπέρασαν τη στέψη στη Ρώμη με χαρακτηριστική περιφρόνηση. Ελάχιστες ήταν οι αναφορές στο πρόσωπο του Καρόλου και όσες υπήρχαν αναφέρονταν σε έναν δυτικό βάρβαρο βασιλιά, ο οποίος αναγνώρισε την επικυριαρχία του βυζαντινού αυτοκράτορα, αφού αποδέχθηκε τον τίτλο του πατρικίου (patricius).[1]Για τους Βυζαντινούς ο Φράγκος βασιλιάς δεν αποτελούσε παρά μόνο μια δευτερεύουσα δύναμη ενάντια στην κεντρική εξουσία της οικουμενικής αυτοκρατορίας. Μόλις ένα βυζαντινό χρονικό αναφέρεται στην τελετουργία που έλαβε μέρος τα Χριστούγεννα του 800.         

            Αξιοσημείωτη ήταν η αλλαγή στάσης του Καρόλου μετά τη στέψη καθώς δεν έθεσε ζήτημα ξανά επί του ζητήματος της λατρείας των εικόνων- άλλη μια απόδειξη της βαρύνουσας πολιτικής και όχι θρησκευτικής πτυχής του ζητήματος. Πλέον, αυτό που του απέμενε ήταν η αναγνώριση του τίτλου του από την Ανατολική Αυτοκρατορία. Η αναγνώριση αυτή θα μπορούσε να επιτευχθεί εφ’ όσον οικοδομούσε ένα κλίμα φιλίας ή και συμμαχίας. Ακολουθώντας τη βυζαντινή τακτική λίγα χρόνια νωρίτερα, αν αποδεχθούμε τα βυζαντινά χρονικά, έστειλε πρέσβεις, το επόμενο έτος, στην αυτοκράτειρα Ειρήνη με προτάσεις γάμου, μαζί με την εγκάρδια συμφωνία του πάπα σε αυτό το θέμα.[2] Το σενάριο αν τύγχανε επιτυχές θα δημιουργούσε μια αυτοκρατορία κολοσσιαία σε μέγεθος και ισχύ αλλά με τρομερή ανομοιογένεια και ροπή προς διαμελισμό. Έχει διαπιστωθεί όμως από την έρευνα ότι η συγκεκριμένη αναφορά του Θεοφάνη είναι κατά πάσα πιθανότητα ψευδής.

Χάρτης της Μεσαιωνικής Ευρώπης το 800 μ.Χ. Δημιουργός ο Christos Nüssli


            Τελικά η Ειρήνη απέρριψε τις προτάσεις αλλά της απέμενε ελάχιστος χρόνος για να την απασχολεί το ζήτημα. Η αστάθεια στην οποία είχε περιέλθει το Βυζάντιο, για την οποία έφερε μεγάλο μερίδιο ευθύνης, είχε ως επακόλουθο την πτώση της τον Οκτώβριο του 802 και την άνοδο του γενικού λογοθέτη, Νικηφόρου Α’(802-811). Οι απεσταλμένοι του Καρόλου στη συνέχεια αποτελούσαν τα μάτια και τα αυτιά του, ενημερώνοντάς τον με τις εξελίξεις του Βυζαντίου. Το 803 οι διαπραγματεύσεις για την απόδοση της Βυζαντινής Δαλματίας και της Βενετίας απέβησαν άκαρπες αφού όπως μαρτυρούν τα βασιλικά φράγκικα χρόνια, ο Νικηφόρος δεν συνέχισε και δεν επικύρωσε ό,τι προσπάθησε η Ειρήνη. Μια αναπάντεχη στροφή των Βενετών προς τους Φράγκους δυναμίτισε το κλίμα. Η άμεση αντίδραση του Βυζαντίου ήταν η αποστολή στόλου προς ανακατάληψη της Δαλματίας με επικεφαλή τον πατρίκιο Νικήτα το 806. Η κίνηση αυτή απέφερε, έστω και προσωρινά, αποτέλεσμα. Το επόμενο έτος ο βυζαντινός αρχηγός του στόλου που βρισκόταν ήδη στη Βενετία σύναψε ειρήνη με τον γιο του Καρόλου, Πεπίνο Καρλομάγνο και στη συνέχεια αποχώρησε.[3]

            Μια νέα εκστρατεία όμως του τελευταίου, στην Ιταλία έφερε τις δυο αυτοκρατορίες στο χείλος της πολεμικής σύρραξης. Το 809 βυζαντινή μοίρα στόλου ηττήθηκε στο Κομάτσιο και επέστρεψε στη Βενετία. Η γενίκευση της σύγκρουσης αποφεύχθηκε από τον θάνατο του Πεπίνου τον Ιούλιο του 810, έξω από τα τείχη της Βενετίας την οποία απέτυχε να καταλάβει μετά από 6 μήνες πολιορκίας. Στη συνέχεια με τις νέες διπλωματικές επαφές Καρόλου και Νικηφόρου επικυρώθηκε η ειρήνη όταν ο Κάρολος έστειλε γι’ αυτόν τον λόγο, το 811, τους απεσταλμένους του, αρχιεπίσκοπο Χάιντο της Βασιλείας, κόμη Ούγκο από την Τούρ και τον Λομβαρδό Άιο στην Κωνσταντινούπολη. Ένας απρόβλεπτος παράγοντας όμως, ακύρωσε την ενδεχόμενη εξέλιξη των διαπραγματεύσεων. Οι αγώνες ενάντιων των Βουλγάρων του Κρούμου είχαν ως συνέπεια τη συντριπτική ήττα των Βυζαντινών στην Πλίσκα το 811 και τον τραγικό θάνατο του αυτοκράτορα Νικηφόρου.

Ο πίνακας που απεικονίζει τη στέψη του Καρλομάγνου (742-814 μ.Χ.) ως Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Πάπα Λέοντα Γ' (795-816 μ.Χ.) στις 25 Δεκεμβρίου 800 μ.Χ. Πίνακας του Φρίντριχ Κάουλμπαχ, 1861.


            Ο διάδοχός του Μιχαήλ Α’ Ραγκαβές (811-813), μετά από τη σύντομη θητεία στον θρόνο του Σταυράκιου, επιχείρησε την εποικοδομητική  σχέση των επαφών με τους Φράγκους. Έστειλε πρεσβεία, τους πρωτοσπαθάριους Αρσάφειο και Θεόγνωστο, στον Κάρολο προκειμένου να διαπραγματευτεί μια συνθήκη ειρήνης και τον υιό του Θεοφύλακτο με την προοπτική του συνοικεσίου, κάτι που αποκρύπτουν τα λατινικά χρονικά. Το περιεχόμενο παρουσιάζει έναν κόσμο του Χριστού στον οποίο ο Κάρολος και ο Μιχαήλ έχουν επιλεχθεί ελέω Θεού να είναι αυτοκράτορες και να διατηρήσουν την ειρήνη.[4]

            Με τη συνθήκη αυτή  στο Άαχεν στις 13 Ιανουαρίου 812, το Βυζάντιο αναγνώρισε την ύπαρξη μιας άλλης αυτοκρατορίας, όμως κράτησε τον τίτλο «Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων» μόνο για τον εαυτό του. Μαζί με αυτό όμως αναγνώρισε μια νέα σαφή κατανομή των σφαιρών με τη νέα δύναμη στη Δύση.  Σε πρακτικό επίπεδο, οι Βυζαντινοί έπρεπε να αποδεχθούν τη νέα πολιτική πραγματικότητα που περιελάμβανε τον περιορισμό των Βυζαντινών στα παράκτια κέντρα των πόλεων και του σλαβικού πληθυσμού στην ενδοχώρα. Η Βενετία και η δυτική Ίστρια επεστράφησαν στο Βυζάντιο, ενώ αποκαταστάθηκε πλήρως και η βυζαντινή κυριαρχία στη νότια Ιταλία. Οι συνέπειες αυτών των εξελίξεων επηρέασαν την πολιτική και πνευματική επιρροή ή κυριαρχία του Βυζαντίου στη περιοχή των δυτικών Βαλκανίων. Η συνθήκη αποτέλεσε τη δομή και το πνεύμα των σχέσεων ως το 830, όταν σταδιακά άρχισε να εξασθενεί.

Χαλάστρας Κωνσταντίνος



[1] H. Fichtenau, The Carolingian Empire, the age of Charlemange,σελ. 71.

[2] Niebuhr, Theophanis,σελ.737. «..ζευχθήναι μάλλον Ειρήνη βουληθείς, πρέσβεις εις τούτο πέμψας τω επιόντι χρόνω ινδικτιώνι ι’».

[3] Pertz, Annales Regni Francorum, σελ.122 « Classis a Niciforo imperatore, cui Niceta patricius praeerat, ad reciperandam Dalmatiam mittitur», σελ. 124 « Niceta patricius qui cum classe Constantinopolitana sedebat in Venetia, pace facta cum Pippino rege et indutiis usque ad mensem Augustum constitutes statione solute Constantinopolim regressus est».

[4] Pertz, Annales Regni Francorum, σελ.132 «Cum quibus et suos legatos direxit, Michahelem scilicet episcorum et Arsafium atque Theognostum protospatharios, et per eos pacem a Niciforo inceptam confirmative.

Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Η σφαγή της Κωνσταντίνης, 20 Αυγούστου 1955.

To οργανωμένο σχέδιο αποτελούσε πρωτοβουλία του Γιουσέφ Ζίγκχουντ, επικεφαλής του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (Front de Libération Nationale)/FLN στη Βόρεια Κωνσταντίνη με στόχο να αναζωπυρώσει τις συγκρούσεις με τον Γαλλικό Στρατό και να ανατρέψει τις προόδους του Ζακ Σουστέλ,  γενικού αντιπροσώπου της γαλλικής κυβέρνησης στην Αλγερία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λακχντάρ Μπεντομπάλ, πρώην αναπληρωτή του Γιουσέφ, το FLN ήθελε να δημιουργήσει ένα αδιάβατο «χάσμα αίματος»  μεταξύ των Αλγερινών και των Γάλλων με τις τυφλές σφαγές, από τις οποίες οι διαπραγματεύσεις δεν θα είχαν καμία ελπίδα και να ακυρώσει στην πράξη την έκκληση μετριοπαθών μουσουλμάνων προχούντων οι οποίοι καταδίκαζαν «κάθε βία από όπου κι αν προέρχεται».

Η σφαγή στην Ελ Αλία από τους Αλγερινούς του FLN αποτέλεσε ένα μνημείο κτηνωδίας από το οποίο δεν γλίτωσαν ούτε βρέφη που δεν είχαν συμπληρώσει χρόνο ζωής. 


Εκείνη την ημέρα ένας όχλος από αρκετές χιλιάδες μουσουλμάνους οπλισμένους με πυροβόλα όπλα, τσεκούρια, αξίνες και κάθε λογής αντικείμενα, επιτέθηκε καθοδηγούμενος από άντρες του FLN σε όποιον Ευρωπαίο έβλεπε στην πόλη Φιλιπβίλ (σμρ. Σκικντά) αλλά και σε μουσουλμάνους «συνεργούς». Πολίτες εκτελούνταν εν ψυχρώ ενώ η αφηνιασμένη μάζα είχε πλημμυρίσει την πόλη. Εκεί, η γαλλική αστυνομία και οι αλεξιπτωτιστές αντέδρασαν ακαριαία και εξαπέλυσαν αντεπίθεση. Μετά από σκληρή αλλά σύντομη μάχη, 134 μουσουλμάνοι ήταν νεκροί, 700 αιχμάλωτοι ενώ η γαλλική πλευρά μετρούσε 14 νεκρούς αστυνομικούς. Επιθέσεις εκτελέστηκαν και σε φυλάκιο στο Ελ Χρούμπ και στην Κωνσταντίνη αλλά αποκρουστηκαν με επιτυχία. 

Δε συνέβη όμως το ίδιο και στην πόλη Ελ Αλια, μια μικρή κωμόπολη με 2.000 μουσουλμάνους και 130 Ευρωπαίους που βασιζόταν κυρίως στα ορυχεία πυρίτη. Εκατοντάδες μουσουλμάνοι, άνδρες και γυναίκες, ως επί το πλείστον οπλισμένοι με διαφορά γεωργικά εργαλεία, αξινες, ακονισμένα φτυάρια ή μαχαίρια με επικεφαλής 25 άνδρες του FLN επιτέθηκαν στους χθεσινούς ευρωπαίους γείτονές τους. Για την ακρίβεια, μιας και οι ευρωπαίοι άνδρες δούλευαν εκείνη τη στιγμή στα ορυχεία, βρήκαν την ευκαιρία και επιτέθηκαν στα γυναικόπαιδα που ήταν στα σπίτια. Ακολούθησαν κτηνωδιες πέρα από κάθε φαντασία. 

Όλες οι γυναίκες βιάστηκαν, τεμαχίστηκαν και αποκεφαλιστηκαν. Κάτω από τις κραυγές «Αλλάχ ου Ακμπάρ» των ανδρών και τις αλαλάζοντες φωνές των γυναικών, οι χθεσινοί συμπολίτες άρπαζαν τα παιδιά και έκοβαν τους λαιμους τους, ενώ έπαιρναν τα βρέφη και τα πετούσαν με δύναμη στον τοίχο μέχρι να διαλυθούν τα μικρά κρανία τους. Στο Αΐν Αΐμπ συνέβη ένα εξίσου φρικιαστικό περιστατικό, όταν η Μοερναντέτ Μέλλο, ένα νεογέννητο βρέφος μόλις 5 ημερών, τεμαχίστηκε μπροστά από στη μητέρα της, η κοιλιά της οποίας στη συνέχεια άνοιξε για να τοποθετηθούν τα κομμένα μέλη του βρέφους. Ο Ζακ Σουστέλ, αντιπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης στην Αλγερία, έγραψε «Το αίμα ήταν παντού, βάφοντας αυτούς τους ταπεινούς εσωτερικούς χώρους, τις φωτογραφίες που κρέμονται στους τοίχους, τα έπιπλα της επαρχίας, όλα τα φτωχά πλούτη αυτών των εποίκων χωρίς ιδιαίτερη περιουσία». Άλλοι 13 Ευρωπαίοι δολοφονήθηκαν στο Σαιντ Σαρλαί, μεταξύ των οποίων και 3 παιδιά.

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «L'Express» , 5 μήνες μετά τις σφαγές και 2 μήνες μετά τη δημοσίευση του περιοδικού «Life» στις 3 Οκτωβρίου 1955, δείχνοντας τα στιγμιότυπα που προκάλεσαν ένα σκάνδαλο στα ΜΜΕ και το πολιτικό σκηνικό της Γαλλίας, ως προς τα μέσα και τον βαθμό καταστολής. Οι εικόνες όμως που αντίκρυσαν οι Γάλλοι στρατιώτες δύσκολα θα άφηναν περιθώρια σε κάθε στρατιώτη.


Οι Γάλλοι αλεξιπτωτιστες που έφτασαν κατόπιν για να επιβάλουν την τάξη είδαν  σκηνές βγαλμένες από την κόλαση. Μετά το απίστευτο σοκ και την αποστροφή το μόνο που ζητούσαν ήταν η εκδίκηση. Περίπου 80 αλγερινοί αντάρτες στην Ελ Αλία και 60 στο Ελ Χρουμο εκτελέστηκαν επί τόπου. Οι εικόνες που αντικρυσαν δεν τους άφησαν περιθώρια για κανέναν οίκτο. Στο γήπεδο της Φιλιπβίλ, συγκεντρωθηκαν εκατοντάδες αλγερινοί που εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες μετά από σύντομη ανάκριση. Ο δήμαρχος της πόλης Μπενκέτ Κρεβώ δημιούργησε πολιτοφυλακή που προκάλεσε αρκετά χτυπήματα, συχνά τυφλά, στους Αλγερινούς. Τις επόμενες μέρες, αρκετά ύποπτα άτομα που θεωρήθηκαν ότι φιλοξενούσαν μέλη του FLN ή ότι συμμετείχαν στις επιθέσεις, εκτελέστηκαν εξολοθρεύτηκαν από τη γαλλική αεροπορία. Περίπου 1.200 με 5.000 Αλγερινοί πλήρωσαν το τίμημα των σφαγών 123-211 ατόμων εκ των οποίων οι 92-161, ανάλογα με τις πηγές, άμαχοι. 

Το γεγονός ότι ορισμένες από τις  φρικαλεότητες είχαν διαπραχθεί από «έμπιστους» μουσουλμάνους γείτονες, με τους οποίους ζούσαν τα θύματα εδώ και χρόνια, δημιούργησε μεγάλη νευρικότητα στην κοινότητα Pied-Noir, η οποία άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ο κάθε μουσουλμάνος αποτελούσε έναν πιθανό μελλοντικό εχθρό και ότι δεν υπήρχε περιθώριο «μέσης λύσης».

Χαλάστρας Κωνσταντίνος 

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2022

Ο «Λευκός Πόλεμος», συγκρούσεις και επιβίωση στις απόκρυμνες οροσειρές των Άλπεων.

 Η έκφραση «Λευκός πόλεμος» ( γερμανικά Gebirgskrieg - ορεινός πόλεμος-, ιταλικά Guerra Bianca) ή αλπικό μέτωπο, αναφέρεται στο σύνολο των στρατιωτικών επιχειρήσεων που έλαβαν χώρα στους αλπικούς τομείς του ιταλικού μετώπου κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο μέτωπο αυτό διεξήχθησαν μάχες σε όρη μεσαίου και μεγάλου υψομέτρου, κατά μήκος των νότιων συνόρων της ιστορικής περιοχής του Τυρόλου , των οποίων η πλειοψηφία (περίπου τα 2/3) διατρέχεται από οροσειρές που ξεπερνούν τα 2000 μέτρα υψόμετρο και φτάνουν τα 3.905. 

Από τους πρώτους μήνες το μέτωπο των Άλπεων έγινε εκ των πραγμάτων και πιο στατικό : χτίστηκαν  οχυρωμένες γραμμές, στα πλαίσια του δυνατού, που κάλυψαν κάθε κενό κατά μήκος του μετώπου, όπου ακόμη και οι υψηλότερες κορυφές καταλήφθηκαν και αξιοποιήθηκαν για να δημιουργήσουν μια συνεχή και απρόσιτη αμυντική γραμμή. Οι μετωπικές επιθέσεις ήταν σχεδόν αδύνατες και εγκαταλείφθηκαν ως ιδέα σύντομα για να ξεκινήσουν οι συμπλοκές μικρών τμημάτων, πιο συχνά μεγέθους περιπολιών, και ένας υπόγειος πόλεμος, ειδικά στο μέτωπο των Δολομιτών (ΒΑ αλπική Ιταλία) όπου και οι δύο στρατοί άρχισαν να κατασκευάζουν σήραγγες και τις πάκτωναν με εκρηκτικά προκειμένου να προκαλέσουν την ανατίναξη των κορυφών και των θέσεων που κατείχε ο εχθρός. Αλλά ακόμη και αυτή η τακτική έπρεπε να εγκαταλειφθεί όταν, μετά την Αυστροουγγρική επίθεση και νίκης τους στο Καπορέτο , οι Ιταλοί πεζικάριοι ανακλήθηκαν τάχιστα για να ενισχύσουν τις  γραμμές στον ποταμό Πιάβε τελειώνοντας τις συγκρούσεις στο μέτωπο των Δολομιτών Αλπεων.

 Το γεγονός αυτό φάνηκε όταν η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστροουγγαρία στις 24 Μαΐου 1915, επτά -οκτώ τάγματα από τα τριάντα πέντε που στάθμευαν μεταξύ του Σαν Καντίντο και του Στέλβιο στάλθηκαν στο Μόντε Πιάνα και τις κοιλάδες του. Το Μόντε Πιάνα αποτελούσε μέρος του επιχειρησιακού τομέα της IV Στρατιάς με διοικητή τον υποστράτηγο Λουίτζι Νάβα. Στις 24 Μαΐου η Πιάνα καταλήφθηκε από δύο διμοιρίες του 96ου λόχου, του τάγματος Pieve di Cadore, του 7ου συντάγματος. Άλλοι Αλπινιστές του 67ου λόχου γύρω στις 08:30 χτυπήθηκαν από βλήμα πυροβολικού. Ήταν οι πρώτοι Ιταλοί που σκοτώθηκαν σε ένα βουνό που σε λιγότερο από δύο χρόνια θα μετρούσε 14.000 θύματα και από τις δύο πλευρές με μηδαμινές αλλαγές στη γραμμή του μετώπου. Πιο ΝΔ, στο Μόντε Κριστάλλο, επικρατούσε η ίδια στατική κατάσταση με αποτυχημένες επιθέσεις και από τις δύο πλευρές και την επιβίωση των στρατιωτών τον βασικό παράγοντα διατήρησης της γραμμής. Για παράδειγμα, στις 27 Νοεμβρίου του 1915, οι Βερσαλιέροι που αποτέλεσαν μέρος επίθεσης σε εκείνον τον τομέα είχαν 140 απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες και 318 σε νεκρούς από το δριμύ ψύχος. Στο πιο ανατολικό άκρο, στο Κρόντα Ρόζα ντι Σέστο, οι Αυστ/οι κατάφεραν και κατέλαβαν τα σημεία με τη βοήθεια μικρού τμήματος Γερμανών Αλπινιστών.  Όμως, στις 7 Ιουλίου το ιταλικό πυροβολικό κατέστρεψε το καταφύγιο Zsigmondy και τον Αύγουστο ιταλικά στρατεύματα κατέλαβαν την άνω κοιλάδα Fiscalina, ωθώντας μέχρι την κορυφογραμμή Zsigmondy και παρά τις τεράστιες δυσκολίες κατάφεραν να πάρουν την κορυφή των 3.042 μέτρων (!) του όρους Ποπέρα.

Άλλα σημεία ήταν τα απόκρυμνα Τρε τσίμε ντι Λβαρέντο και το Σάσσο ντι Σέστο, με συμπλοκές μικρών ομάδων και των δύο πλευρών από ορειβάτες και χιονοδρόμους, το Κολ ντι Λάνα, καθώς και το πέρασμα Φαλτσαρέγκο. Στο τελευταίο, μετά από μερικές ατελέσφορες επιθέσεις, οι Ιταλοί το 1916 αποφάσισαν να σκάψουν μια σήραγγα 500 μέτρων από τις θέσεις τους μέχρι τους πρόποδες της προεξοχής του βουνού που βρίσκονταν από πάνω οι αντίπαλες οχυρώσεις και τη γεμίσανε με 35 τόνους (!) εκρηκτικών. Με περισσή αυτοπεποίθηση για την επικείμενη νίκη τους, κλήθηκαν στο σημείο ο στρατηγός Καντόρνα και ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ προκειμένου να παρακολουθήσουν την έκρηξη την αμέσως μετά ταχεία επίθεση από τα ιταλικά στρατεύματα που ήταν έτοιμα σε μια άλλη σήραγγα για να ξεχυθούν.  Η επίθεση στις 11 Ιουλίου ήταν μόνο εν μέρει επιτυχής. Οι Ιταλοί κατάφεραν να πάρουν τη νότια πλευρά του Καστελέττο, αλλά είχαν πολλές απώλειες από το μονοξείδιο του άνθρακα που εισέπνευσαν οι στρατιώτες μετά την έκρηξη αλλά και τις συνεχείς κατολισθίσεις σε δεύτερο χρόνο από την τεράστια έκρηξη. Η ίδια τακτική εφαρμόστηκε και τον Ιούνιο του επόμενου έτους (στις 20 Ιουνίου 1917) όπου οι Ιταλοί κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν 32 τόνους δυναμίτη σε σήραγγα 1 χλμγια να ανατινάξουν την κορυφή του Piccolo Lagazuoi ύψους 2668 μέτρων. Παρά τις μεγάλες απώλειες που υπέστησαν οι Αυστρο-Ούγγροι, αυτοί συνήλθαν εγκαίρως και ήταν ακόμη σε θέση να συγκρατήσουν τους επιτιθέμενους με πυκνά πυρά πολυβόλων.

 «La Domenica del Corriere», οπισθόφυλλο 3-10/10/1915, A. Beltrame.
Ιταλοί στρατιώτες ανεβάζουν ορεινό πυροβόλο σε μια βουνοπλαγιά.



Χάρτης που αποτυπώνει με λεπτομέρεια την αυστροιταλική
συνοριακή γραμμή η οποία διέσχιζε τις διάφορες βουνοκορφές.

Έτερο μέτωπο ήταν αυτό στο Ανταμέλλο-Πρεσανέλλα, το οποίο βρισκόταν στα δυτικά όρια του μετώπου, όπου τα ιταλικά στρατεύματα δεν αποσύρθηκαν μετά την ήττα στο Καπορέτο, όπως στους Δολομίτες και αλλού, και οι μάχες συνεχίστηκαν το 1918. Η κύρια επιχείρηση του έτους σε αυτόν τον τομέα, γνωστή ως «η Λευκή Μάχη», έλαβε χώρα μεταξύ 25 και 28 Μαΐου. Επτά τάγματα ιταλικών στρατευμάτων μαζί με τους επίλεκτους Αρντίτι , πολυβολητές και περίπου 200 πυροβόλα επιτέθηκαν και κατέλαβαν τον παγετώνα Πρέσενα και τις κοντινές κορυφές. Τέλος, το πιο απόκρυμνο σημείο από όλα τα παραπάνω, ήταν στον τομέα Ortles-Cevedale. Οι κορυφές εκεί ήταν κατά μέσο όρο 500 μέτρα υψηλότερες από τους άλλους τομείς, και είχαν τις πιο ακραίες συνθήκες από όλα τα πεδία μάχης των Άλπεων. Το έδαφος εδώ ήταν επίσης ασυνήθιστα σκληρό, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την κατασκευή τάφρων και σηράγγων. Αυτές οι συνθήκες καθιστούσαν σχεδόν αδύνατο για κάθε πλευρά να πραγματοποιήσει μια αποφασιστική επίθεση και το μέτωπο ήταν τελείως στατικό. Η μεγαλύτερη σύγκρουση εδώ ήταν η μάχη του Σαν Ματέο , η οποία έλαβε χώρα το 1918 (13 Αυγούστου- 3 Σεπτεμβρίου) στην Πούντα Σαν Ματέο (3.678 μέτρα). Αυτή ήταν η μάχη στο υψηλότερο υψόμετρο που παρατηρήθηκε οπουδήποτε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι εμπλεκόμενες μονάδες ήταν Ιταλκοί Αλπινιστές των 307/08 λόχων του Τάγματος «Monte Ortler» και ορεινού Αυστροουγγρικού πεζικού «Kaiserschützen». Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος των εμπλεκομένων, η νίκη που έστεψε τελικά τα Αυστ/κά όπλα είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 17 Αυστρ/ων και 10 Ιταλών.

Όπως ήταν φυσικό, η σύγκρουση χαρακτηρίστηκε κυρίως από τις ανυπέρβλητες δυσκολίες όσον αφορά  το κλίμα, το χιόνι και τις δυσχέρειες εφοδιασμού και των δύο στρατών. Την τιτανια προσπάθεια που απαιτούσε η μεταφορά του πυροβολικού στις κορυφές των βουνών- ίσως ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα όλου του Λευκού Πολέμου- ενώ οι συνθήκες διαβίωσης των στρατιωτών ήταν πιθανώς από τις πιο απαγορευτικές και δύσκολες του όλου πολέμου. Η ίδια η φύση των ψηλών βουνών,  αφενός προσέφερε φυσικά καταφύγια, αφετέρου επιβάρυνε την αντοχή των στρατιωτών, οι οποίοι έπρεπε να πολεμήσουν όχι μονάχα εναντίον του εχθρού αλλά κυρίως εναντίον των στοιχείων της φύσης. Πελώρια seracs (ογκώδη τμήματα πάγου, εξαιρετικά επικίνδυνα), μανιασμενες χιονιοθύελλες, συνεχείς χιονοστιβάδες, πείνα και φυσικά μόνιμα κρυοπαγήματα από τις θερμοκρασίες που έφταναν μερικές φορές 40 βαθμούς κάτω από το μηδέν προκάλεσαν περισσότερα θύματα από τις ένοπλες συγκρούσεις. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η επικράτηση σε αυτό το τμήμα του μετώπου αφορούσε τη δυνατότητα και τις αντοχές των τμημάτων να παραμείνουν στα σημεία τους. Χαρακτηριστική είναι η μεγαλύτερη μάχη του μετώπου όπου έπεσαν 14.000 άνδρες και από τις 2 πλευρές, αυτή της Μόντε Πιάνα, από τις 24 Μαΐου 1915 έως τις 22 Οκτωβρίου 1917 όπου και η γραμμή παρεμεινε σχεδόν ίδια. 

Σε αυτά τα ψηλά βουνά, οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας είναι σημαντικές και πάνω από 2.500 μέτρα οι βαθμοί μείον του 0 στην κλίμακα Κελσίου αποτελούν φυσιολογικές τιμές ακόμη και το καλοκαίρι. Οι χειμώνες του 1916 και του 1917 ήταν από τους πιο χιονισμένους του αιώνα, με τις πλαγιές των βουνών να καλύπτονται από στρώματα 8 μέτρων χιονιού, περίπου τριπλάσιο μέγεθος από τον μέσο όρο. Για να παραμείνουν τα στρατεύματα σε μεγάλα υψόμετρα, αναγκάζονταν να σκάβουν και να καθαρίζουν συνεχώς το χιόνι. Ο  ιστορικός Heinz Lichem von Löwenbourg ανέφερε ότι : «Με βάση τις ομόφωνες αναφορές των μαχητών, ισχύει ο κατά προσέγγιση κανόνας ότι το 1915-1918, στο μέτωπο των Άλπεων, τα δύο τρίτα των νεκρών ήταν θύματα των στοιχείων της φύσης (κρυοπαγήματα, κατολισθήσεις, κρυολογήματα, εξάντληση) και μόνο το ένα τρίτο θύματα εχθρικής στρατιωτικής δράσης. Για παράδειγμα, στις 13 Δεκεμβρίου 1916, συνέβησαν δεκάδες χιονοστιβάδες από την απότομη αλλαγή θερμοκρασίας, οι οποίες  θεωρούνται πλέον ως ένα από τα πιο καταστροφικά γνωστά γεγονότα στην ευρωπαϊκή ιστορία. Ολόκληροι λοχοι  θάφτηκαν κάτω από το χιόνι. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, περίπου 5.000 στρατιώτες έπεσαν θύματα των χιονοστιβάδων. Το πρώτο τάγμα του Συντάγματος Kaiserschützen είχε 230 νεκρούς εκείνη την ημέρα και στον παγετώνα, στην τοποθεσία Μαρμολάντα, το ψηλότερο βουνό στους Δολομίτες , όπου μια χιονοστιβάδα σκότωσε μεταξύ 270 και 332 άνδρες.  Παρά την έκτασή της, η καταστροφή παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό άγνωστη, κυρίως για λόγους στρατιωτικού απορρήτου. Στη συγκεκριμένη τοποθεσία, οι Αυστριακοί είχαν σκάψει τόσες πολλές σήραγγες στα χαμηλά στρώματα του παγετώνα, ώστε ονόμασαν το σημείο «η πόλη ανάμεσα στους πάγους» της Μαρμολάντα.

Ιταλική γέφυρα από το Ριέντζο στην κορυφή της Μόντε Πιάνα. Είναι εμφανέστατος
ο διαρκής κίνδυνος των στρατιωτών από το περιβάλλον του μετώπου.

Αυστριακή περίπολος σε ρόλο παρατήρησης στα ψηλότερα βουνά του Τιρόλου.
Πηγή : Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Σλοβενίας, αρ. αν. 6CE9PLZJ.


Είσοδος αυστριακής σήραγγας σκαμμένης στο χιόνι του Monte Cristallo - Hohe Schneide ,
νότια του περάσματος Stelvio, 1917, κατά τη διάρκεια του «Λευκού Πολέμου». 

Αυστριακός στρατιώτης πάνω στη λεγόμενη «γέφυρα των στεναγμών»,
 στις αυστριακές σήραγγες κάτω από τον παγετώνα Μαρμολάντα, 25 Σεπτεμβρίου 1917.
Πηγή: Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Αυστρίας (https://onb.digital/result/BAG_15428250).


Σε αντίθεση με το μέτωπο στο Ισόντζο, στο οποίο συγκρούστηκαν μεγάλοι αριθμοί ανδρών, συχνά όχι ιδιαίτερα εκπαιδευμένοι, ο «Λευκός Πόλεμος» χαρακτηρίζεται από τον χαμηλό αριθμό ανδρών στο μέτωπο, με άριστη κατάσταση και κατάρτιση και το γεγονός ότι ήταν εξοπλισμένοι με ό,τι καλύτερο που μπορούσε η τεχνολογία της εποχής να παρέχει προκειμένου να τους επιτραπούν να επιβιώσουν σε ένα τόσο εχθρικό για τον άνθρωπο περιβάλλον. Υπήρχαν διάφορα τμήματα που διακρίθηκαν κατά τη διάρκεια των μαχών, όπως το τάγμα των Alpini Sciatori με επικεφαλής τον Nino Calvi, την ομάδα των ανιχνευτών Arditi του Val Zebrù ή την «Ιπτάμενη Περιπολο» του Joseph « Sepp» Innerkofler. Οι άνδρες αυτοί ήταν έμπειροι ορειβάτες, κυνηγοί και εξαιρετικοί σκοπευτές. Μόλις καθοριζόταν ο στόχος που πρέπει να επιτευχθεί, απολάμβαναν πλήρη ελευθερία δράσης.

Λόγω της τεράστιας πίεσης και της στέρησης, και οι δύο πλευρές έπρεπε να αντιμετωπίσουν προβλήματα πειθαρχίας μέχρι και λιποταξίας . Στον Αυστροουγγρικό Στρατό , οι τσεχικές μονάδες ιδιαίτερα επηρεάστηκαν πολύ. Ο εθνικισμός και η διάδοση από την Αντάντ ενός ξεχωριστού τσεχικού έθνους -κράτους άρχισαν να έχουν αντίκτυπο. Η κακή κατάσταση εφοδιασμού των αυτοκρατορικών και βασιλικών μονάδων έκανε τα υπόλοιπα για να μειώσει το ηθικό. Στην περίπτωση των ιταλικών μονάδων, η (υπάρχουσα ακόμη) διαφορά μεταξύ των βορείων και των νότιων Ιταλών ήταν συχνά η αιτία της αυτομόλησης στον εχθρό. Οι Νότιοι Ιταλοί συχνά αντιμετώπιζαν τον πόλεμο ως «Πόλεμο της Ρώμης και του Βορρά» που δεν τους απασχολούσε.

Σε μια από τις δεκάδες συγκρούσεις ο Kaiserschütze (αυτοκρατορικό ορεινό πεζικό) Heinz von Lichem έγραφε το 1916 : «Εκεί πάνω, ο χειμώνας άρχισε ήδη στα τέλη Σεπτεμβρίου, όχι σε σιωπή και ειρήνη, [...] αλλά με τον τρομακτικό πόλεμο. [...] ο εχθρός δεν παραχώρησε ούτε την τελευταία ανάπαυση στους δικούς του πεσόντες, οι οποίοι έμειναν κατά εκατοντάδες μπροστά από τα συρματοπλέγματά μας μετά από τις αιματηρές επιθέσεις, και τους οποίους είχαμε θάψει επιτόπου. Τα βλήματα μεγάλου διαμετρήματος ταρακουνουσαν το έδαφος νύχτα και μέρα, ανοίγοντας ξανά τους λάκκους..»

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022

Ύψωμα 203, Ρώσοι και Ιάπωνες μάχονται μανιασμένα κατά την πολιορκία του Πορτ Άρθουρ.

Στο σημείο αυτό εκτυλίχθηκαν οι πιο σημαντικές και σκληρές συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Πορτ Άρθουρ. Το ύψωμα αποτελούνταν από δύο κορυφές, 203 και 210 μέτρα ύψος με 140 μέτρα απόσταση μεταξύ τους, που συνδέονταν με μια απότομη κορυφογραμμή. Εκτός από τη φυσική οχυρή θέση με τις απότομες πλευρές, ενισχύθηκε με αμυντικά έργα από τους αμυνόμενους. Οι Ρώσοι υπερασπιστές του διοικούνταν από τον Συνταγματάρχη Τρετάκοφ, και αποτελούνταν από πέντε λόχους πεζικού με στοιχεία  πολυβόλων, έναν λόχο μηχανικών, μερικούς ναυτικούς και μια πυροβολαρχία. 

 Ο Ιάπωνας στρατηγός Νόγκι σχεδίασε και εκτόξευσε την πρώτη επίθεση πεζικού εναντίον του λόφου στις 20 Σεπτεμβρίου αλλά βρήκε τις οχυρώσεις αδιαπέραστες, με μικρές μόνο ζημιές από το ιαπωνικό πυροβολικό και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στις 22 Σεπτεμβρίου με πάνω από 2500 θύματα. Στη συνέχεια, επανέλαβε τις προσπάθειές του να σπάσει τις οχυρώσεις στο Πορτ Άρθουρ σε άλλες τοποθεσίες, σε μια εξαήμερη επίθεση στα τέλη Οκτωβρίου, η οποία κόστισε στους Ιάπωνες 124 επιπλέον αξιωματικούς και 3611 άντρες και μια επιπλέον αποτυχία. Τα νέα αυτής της ήττας πυροδότησαν την οργή στην Ιαπωνική λαϊκή γνώμη εναντίον του Νόγκι ο οποίος σώθηκε από το στρατοδικείο μόνο με την, άνευ προηγουμένου, προσωπική παρέμβαση του αυτοκράτορα. 

 Ιάπωνες και Ρώσοι σε μια από τις αιματηρές συγκρούσεις στο Ύψωμα 203 κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Πορτ Αρθουρ, 1 Αυγούστου 1904- 2 Ιανουαρίου 1905.


Ωστόσο, ο στρατάρχης Ογιάμα Ιβάο έστειλε τον στρατηγό Κοντάμα να υποχρεώσει τον Νόγκι να αναλάβει δράση ή αλλιώς να τον απαλλάξει από τη διοίκηση. Μετά από ένα σφυροκοπημα από κάθε πυροβόλο καθώς και από τα νέα Άρμστρονγκ των 11 ιντσών, από τις 17 έως τις 24 Νοεμβρίου, δημιουργήθηκαν τα πρώτα ρήγματα με μια γενική επίθεση να προγραμματιζεται για τη νύχτα της 26ης Νοεμβρίου. Η επίθεση θα ξεκινούσε από 2600 άντρες που θα «άνοιγαν» τα ρήγματα και θα είχαν τις πιο πολλές απώλειες. Η μετωπική έφοδος κατέληξε σε λουτρό αίματος. Οι επίσημες ιαπωνικές αναφορές έκαναν λόγο για 4.000 απώλειες μόνο εκείνη τη μέρα, αλλά πιθανόν οι πραγματικές να έφταναν το διπλάσιο. Αιχμή της επίθεσης ήταν η «Ταξιαρχία Αυτοκτονίας» Shirodasukitai ή αλλιώς «Ταξιαρχία Λευκής λωρίδας» από τις λευκές λωρίδες που έφεραν χιαστί οι στρατιώτες για την αποφυγή φιλιων απωλειών. Το τμήμα των 2.600-3.100 ανδρών είχε απώλειες περίπου 90% (!). 

Ιάπωνες της «Ταξιαρχίας Αυτοκτονίας» με τις 
χαρακτηριστικές λευκές χιαστί λωρίδες.


Ο σκληροτραχηλοι Ρώσοι ήταν επίσης στα όριά τους. Ο στρατηγος Κοντρανένκο τοποθέτησε σκοπευτές για οποιονδήποτε προσπαθούσε να εγκαταλείψει τη θέση του.

 Με μεγάλα ψυχικά αποθέματα, στις 08:30 στις 28 Νοεμβρίου και τεράστια υποστήριξη πυροβολικού, τα ιαπωνικά στρατεύματα προσπάθησαν και πάλι. Πάνω από χίλια βλήματα των 230 κιλών από τα πυροβόλα των 11-ιντσών (280 χλστ) ερρίφθησαν σε μια μέρα για να υποστηρίξουν αυτήν την επίθεση. Οι Ιάπωνες έφτασαν μέχρι τη ρωσική γραμμή από συρματοπλέγματα το ξημέρωμα και κράτησαν τις θέσεις τους και την επόμενη μέρα, στις 29 Νοεμβρίου, ενώ το πυροβολικό τους συνέχιζε τον ανηλεη  βομβαρδισμό. Οι απώλ

Το ύψωμα 203, στις 14 Δεκεμβρίου 1904.

ειές τους ήταν τρομερές. Εκτυλίχθηκαν μάχες σώμα με σώμα με τους Ρώσους υπερασπιστές να χρησιμοποιούν χειροβομβίδες και πολυβόλα πάνω στη μάζα των Ιαπωνών στρατιωτών και στη συνέχεια να παίρνουν τον λόγο οι ξιφολογχες. Στις 30 Νοεμβρίου, μια μικρή ομάδα Ιάπωνων κατάφερε να τοποθετήσει την ιαπωνική σημαία στην κορυφή του λόφου, αλλά το πρωί της 1ης Δεκεμβρίου, οι Ρώσοι τους πέταξαν πίσω. Ψυχικά ράκος ο Νογκι παρέδωσε ουσιαστικά τη διοίκηση στον Κονταμα. Τα χειρότερα όμως δεν είχαν έρθει γι αυτόν. Ο Νόγκι,είχε την πίκρα να μάθει ότι ο τελευταίος γιος του εν ζωή είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια της τελικής επίθεσης στο λόφο.


Η μάχη συνεχίστηκε τις επόμενες μέρες με την ίδια σφοδροτητα ο έλεγχος της κορυφής άλλαξε χέρια αρκετές φορές. Τελικά , στις 10:30 στις 5 Δεκεμβρίου, μετά από έναν ακόμη μαζικό βομβαρδισμό πυροβολικού κατά τον οποίο τραυματίστηκε σοβαρά ο Ρώσος συνταγματάρχης Τρετάκοφ, οι Ιάπωνες κατάφεραν να φτάσουν και να καταλάβουν το ύψωμα 203, βρίσκοντας μόνο μια χούφτα υπερασπιστών που ήταν ακόμα ζωντανοί. Δύο αντεπιθέσεις των Ρώσων απέτυχαν, και μέχρι τις 17:00, το ύψωμα 203 είχε διασφαλιστεί. 

 Οι Ρώσοι, που δεν είχαν πάνω από 1.500 άντρες στο λόφο κάθε στιγμή, είχαν πάνω από 6.000 νεκρούς και τραυματίες. Το τίμημα για τους Ιάπωνες ήταν σαφώς βαρύτερο καθώς ο τελικός απολογισμός συμπεριλαμβανε 15 με 19 χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες.

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2022

Επιχείρηση «Φρειδερίκος II», 22-26 Ιουνίου 1942. Οι Γερμανοί αποτελειώνουν την ομάδα στρατιών «Νοτιοδυτικό Μέτωπο» ως στρατιωτικό σχηματισμό.

Γερμανικά άρματα μάχης κοντά στο Χάρκοβο τον Μάιο του 1942.


Παρ' όλο που οι Σοβιετικοί είχαν υποστεί μια ήττα πρώτου μεγέθους κατά την αποτυχημένη επίθεση στο Χάρκοβο, τη «δεύτερη μάχη του Χαρκόβου» κατείχαν ακόμα σημαντικές θέσεις και δυνάμεις οι οποίες έπρεπε να εξαλειφθούν προκειμένου να δημιουργηθεί ο διάδρομος για τη μεγαλεπήβολη επιχείρηση «Μπλε»-Fall Blau. Οι αντικειμενικοί σκοποί που προβλέπονταν για τη  «Φρειδερίκος II» ήταν η περικύκλωση της 9ης και 38ης Σοβιετικής Στρατιάς στα βόρεια και ανατολικά του Ιζιούμ και η προώθηση της 1ης ΤΘ Στρατιάς ( Panzerarmee) περίπου 30 μίλια (48 χλμ.) προς τα ανατολικά ώστε να φτάσει στο σημείο εκκίνησης για το «Blau II» στον ποταμό Όσκολ στην περιοχή κάτω από το Κουπιάνσκ.


Στην απέναντι όχθη του μετώπου, οι Σοβιετικοί ανέμεναν τη γερμανική αντεπίθεση. Στις 29 Μαΐου, οι τρεις επικεφαλής, μεταξύ των οποίων ήταν και ο αργότερα ευρύτερα γνωστός Νικίτα Χρουστσώφ, έστειλαν στην Στάβκα μια εκτίμηση της κατάστασης, στην οποία έκαναν λόγο για νέες γερμανικές επιθέσεις σε πέντε έως δέκα ημέρες. Αν και ο πολιτικός επίτροπος Τιμοσένκο θεώρησε ότι αυτές θα ήταν δευτερεύουσας σημασίας έχοντας κατά νου ότι βασικός στόχος ήταν η Μόσχα, εντούτοις έστειλε τον Χρουστσώφ στον Στάλιν προκειμένου να ζητήσουν ενισχύσεις όπως και ..παραδόξως έγινε.

Για τους Γερμανούς κλειδί της επιτυχίας ήταν η ταχύτητα. Οι λασπώδεις, από τις πρόσφατες βροχές, δρόμοι δεν ευνοούσαν και έτσι η επιχείρηση πήγαινε από αναβολή σε αναβολή: αρχικά στις 17, μετά στις 20 και εν τέλει στις 22 Ιουνίου. Κύριος γερμανικός σχηματισμός ήταν το 3ο ΤΘ ΣΣ , το οποίο επρόκειτο να επιτεθεί ανατολικά από την περιοχή του Τσουχουίβ στα ΝΑ προς την κατεύθυνση του Κουπιάνσκ και στη συνέχεια να στραφεί σχεδόν απευθείας προς τα νότια κατά μήκος του ποταμού Οσκόλ. Στο νότο, το 44o ΣΣ του στρατηγού Maximilian de Angelis και το 11ο ΣΣ επρόκειτο να διασχίσει τον ποταμό Ντόνετς στην περιοχή μεταξύ Ιζιούμ και τις εκβολές του ποταμού Οσκόλ και να συνεχίσει ΒΑ για να συναντήσει το 3ο ΤΘ ΣΣ στην περιοχή της Γκοροχόβατκα. Στοιχεία του 51ου Σώματος του στρατηγού Walter von Seydlitz-Kurzbach επρόκειτο να συνδράμουν βορειότερα.

Κατεστραμμένο σοβιετικό άρμα μάχης Τ-34 στην περιοχή
του Κουπιάνσκ.


Οι περιστάσεις οπως αναφέρθηκε δεν χωρούσαν νέα αναβολή και τα γερμανικά άρματα της 22ης ΤΘ Μεραρχίας ξεκίνησαν την προέλασή τους υπό βροχή. Αν και αρχικά υπήρξε αντίσταση, σύντομα αυτή εκτυλίχθηκε σε φυγή. Οι νωπές αποτυχίες του Μαϊου είχαν ρίξει τόσο το ηθικό των Σοβιετικών που το πρωί της επόμενης μέρας, στις 23/6, υποχωρούσαν σε όλο το μέτωπο μεταξύ του Κουπιάνσκ στα βόρεια και του Ιζιούμ στο νότο, βαδίζοντας προς τα ανατολικά, στην κατεύθυνση του ποταμού Οσκολ. Το βράδυ της ίδιας ημέρας το Κουπιάνσκ είχε πέσει. Το 44ο ΣΣ από την πρώτη κιόλας μέρα διέσπασε τις εχθρικές γραμμές και έστησε μάλιστα προγεφύρωμα. Για τις επόμενες 2 ημέρες οι Γερμανοί στρατιώτες αναλώθηκαν στην εκμηδένιση των θυλάκων που έμειναν πίσω και οποίοι δεν προέβαλλαν ισχυρή αντίσταση. Μέχρι τις 26 Ιουνίου οι Γερμανοί είχαν εκκαθαρίσει τους τελευταίους θύλακες των σοβιετικών στρατευμάτων και η «συγκομιδή» αιχμαλώτων έφτασε τους 22.800 άνδρες .

Ο Μποκ συνεχάρη την 1η ΤΘΣ, λέγοντας: «Η Πρώτη Στρατιά Πάντσερ μπορεί να δει την τελευταία της νίκη με δικαιολογημένη υπερηφάνεια». Ο Κλάιστ πρόσθεσε τις δικές του ευχαριστίες «στους αξιωματικούς και τα στρατεύματα, συμπεριλαμβανομένων των νεαρών συντρόφων μας από την Εργατική Υπηρεσία». Ενώ όμως τόσο ο φον Μποκ όσο και ο φον Κλάιστ εξέφρασαν την πλήρη ικανοποίησή τους για την ολοκλήρωση των δύο επιχειρήσεων, υπήρξαν ανάμεικτες αντιδράσεις στα υψηλότερα επίπεδα διοίκησης, καθώς οι μάχες κερδήθηκαν σχετικά εύκολα, αλλά είχαν συγκριτικά λίγους αιχμαλώτους. Σε συνομιλία με τον Χάλντερ, αρχηγό του γενικού επιτελείου Oberkommando des Heeres, ο φον Μποκ είπε ότι ίσως οι Σοβιετικοί περιμένουν τις ΗΠΑ να παρέμβουν σε μεγάλη κλίμακα τώρα που οι Αμερικανοί είχαν εμπλακεί στον πόλεμο για περισσότερο από έξι μήνες και είχαν αποφασίσει, μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα, να αποφύγουν τις μεγάλες ήττες και να υποχωρούν όποτε δινόταν η ευκαιρία εκμεταλλευόμενοι το τεράστιο στρατηγικό βάθος.






Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2022

Η επέλαση της 4ης Ελαφράς Ταξιαρχίας Ιππικού πάνω στα οθωμανικά χαρακώματα στη μάχη της Μπεέρσεμπά.

 «Ήταν ξεκάθαρο για μένα ότι η επιχείρηση έπρεπε να γίνει πριν πέσει το σκοτάδι, γι' αυτό συμβούλεψα την επέλαση στο σημείο ως τη μοναδική μας ευκαιρία. Είχα κάποια εμπειρία από επιτυχημένες αιφνιδιαστικές επιθέσεις στα στρατόπεδα των Μπόερ στον πόλεμο της Νότιας Αφρικής.» *

Στις 31 Οκτωβρίου 1917 η 4η Ελαφρά Ταξιαρχία Ιππικού εκτέλεσε μια θρυλική επέλαση πάνω στα οθωμανικά χαρακώματα στη μάχη της Μπεέρσεμπά έχοντας αντί για σπαθες τις ξιφολόγχες τους στα χέρια. Η διαταγή ανέφερε να κραδαίνεται η ξιφολόγχη, η οποία έπρεπε να ακονιστεί τάχιστα, ως σπάθη πάρα να είναι προσαρμοσμένη στο τυφέκιο. Με εξαιρετική υποστήριξη πυροβολικού έπεσαν πάνω στους Οθωμανούς υπερασπιστές που ξεκίνησαν να βάλλουν προς τους καλπάζοντες ιππείς. Ξεκίνησε μια σκληρή μάχη μέσα στις γραμμές των χαρακωμάτων. Σύντομα ο εχθρός άρχισε να υποχωρεί απο την ορμητικότητα.



«Θεωρώ ότι η επιτυχία οφειλόταν στην ταχύτητα με την οποία πραγματοποιήθηκε η επέλαση. Εξαιτίας του όγκου του πυρός που διέθεταν τα πολυβόλα και τα τουφέκια από την οχυρωμενη θέση του εχθρού, μια ασύντακτη  επίθεση θα είχε ως αποτέλεσμα πολύ μεγαλύτερο αριθμό απωλειών. Παρατηρήθηκε επίσης ότι το ηθικό του εχθρού κλονίστηκε πολύ από τα στρατεύματά μας που κάλπαζαν πάνω από τις θέσεις του, προκαλώντας έτσι στους τυφεκιοφόρους και τους πολυβολητές του να χάσουν κάθε έλεγχο της πειθαρχίας του πυρός.»**

« Ένα υπέροχο θέαμα ξεπήδησε ξαφνικά στα αριστερά μας, καθώς οι γραμμές των ιππέων κινούνταν. Οι Τούρκοι ήταν σε φυγή και η αυστραλιανή μεραρχία τους κυνηγούσε. Βλέπαμε τα άλογα να πηδούν στα χαρακώματα, σκόνη παντού.» ***Ενώ τα άλογα συνέχισαν τον καλπασμό, οι στρατιώτες αφίππευσαν συντονισμένα και επιτέθηκαν στα χαρακώματα και τις ξιφολόγχες , σκοτώνοντας μεταξύ 30 και 40 Οθωμανούς πριν οι υπόλοιποι παραδοθούν. Οι υπερασπιστές «πολέμησαν σκληρά, και ένας σημαντικός αριθμός δικών μας σκοτώθηκαν», ενώ μεταξύ αυτών σκοτώθηκαν και τέσσερις βετεράνοι της Καλλίπολης. 

Μαζί τα 4ο και το 12ο συντάγματα ελαφρύ Ιππικού πήραν 1.148 αιχμαλώτους, 10 πυροβόλα, τέσσερα πολυβόλα και μια τεράστια ποσότητα στρατιωτικού υλικού. Οι ιππείς είχαν 55 νεκρούς και 58 τραυματίες. «Η τιμή και η δόξα της εξασφάλισης της πόλης ανήκει στην 4η Ελαφρά Ταξιαρχία σε μια επίθεση ιππικού που σε φήμη κατατάσσεται ίση με αυτήν της Ελαφράς Ταξιαρχίας στην Μπαλακλάβα το 1854».




*Επιστολή του Ντόναλντ Κάμερον, επικεφαλής του 12ου Συντάγματος Ιππικού 1928 στον Αυστραλό ιστορικό E. W. Bean.

**Αντισυνταγματάρχης M. Bourchier, διοικητής του 4ου Συντάγματος Ιππικού.

*** Τζέιμς Μακ Κάρολ από το σημείο στο Τελ Ελ Σαμπά.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2022

Επιχείρηση «Moduler», Αύγουστος-Νοέμβριος 1987.

Κατά τη διάρκεια αυτής της επιχείρησης (διήρκησε από τις 4 Αυγούστου έως τις 30 Νοεμβρίου) στις 3 Οκτωβρίου οι δυνάμεις της Νοτίου Αφρικής προσπαθούσαν να ανακόψουν τους κομμουνιστές του FAPLA (Forças Armadas Populares de Libertação de Angola) και τους Κουβανούς για να περισωσουν τους πιεζόμενους άνδρες της UNITA (Εθνική Ένωση για την Ολική Ανεξαρτησία της Αγκόλα - Uniao Nacional para a Independencia Total de Angola). Κατά τη διάρκεια αυτών των μαχών, κατάφεραν να καταλάβουν έναν σοβιετικό Α/Α εκτοξευτη SA-8.



Τότε τον Οκτώβριο, το Νοτιοαφρικανικό 61ο ΜΚ Τάγμα και σε συνδυασμό σε δεύτερο χρόνο με τη SAAF κατέστρεψαν κυριολεκτικά ολόκληρη την 47η ΤΘ Ταξιαρχία της FAPLA και των Κουβανών. Είχαν υποκλέψει πιο πριν σήμα του εχθρού για την ώρα διάβασης ενός ποταμού και με αιχμή του δόρατος μερικά ΤΟΜΑ Ratel-90 επιτέθηκαν μανιασμενα. Κάθε προσπάθεια του FAPLA με χερσαίες δυνάμεις και με τα MIG για βοήθεια ή απαγκιστρωση της 47ης κατέληξε σε αποτυχία. Από τις 10.17 έως τις 12.00 και από τις 14.00 έως τις 17.00, η δύναμη των κομμουνιστών είχε εξοντωθεί. Πάνω από 600 στρατιώτες ήταν νεκροί και περίπου 10 άρματα μάχης και ΤΟΜΑ απωλεσθεντα. Οι Νοτιοαφρικανοί είχαν 1 μόλις νεκρό και 1 Ratel-90 εκτός μάχης.


Ο Γιόχαν Λέμαν, ένας αξιωματικός πληροφοριών της SAAF κατευθύνθηκε στην περιοχή καταμετρώντας τις ζημιές και τις απώλειες που υπέστη η 47η ΤΘ Ταξιαρχία με ένα προπορευόμενο τμήμα από το 32ο Τάγμα. Σαρώνοντας την περιοχή μέσα από τα κιάλια του στην ομίχλη, σε μια λασπώδη πεδιάδα κάτι κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον του. Παρατηρώντας πιο προσεκτικά, έμεινε έκπληκτος και αμέσως ανέφερε στον ασύρματο ότι είχε δει ένα SA-8.


Τότε, ο Λέμαν και ο λοχαγός Πιέτ βαν Ζυλ προχώρησαν στην πεδιάδα και βρήκαν το Α/Α σύστημα κολλημένο στην παχιά λάσπη. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Πιέτ βαν Ζυλ πηδηξε σε ένα επίσης εγκαταλελειμμένο σοβιετικό άρμα μάχης Τ-55 του FAPLA που ήταν παραδίπλα και διαπίστωσε ότι ακόμα ήταν λειτουργικό. Η 21η Ταξιαρχία του FAPLA που ήταν δίπλα, επίσης μαζί με Κουβανούς, ξεκίνησε με μεγάλη νευρικότητα ένα μπαράζ πυροβολικού με ό,τι διέθετε προκειμένου να μην πέσει λειτουργικό το σύστημα στον εχθρό. Τάχιστα, οι νοτιοαφρικανοί έδεσαν το άρμα μάχης με το σύστημα SA-8 για να το τραβήξουν μέσα από την πεδιάδα, σε απόσταση 2 χλμ ανοιχτού πεδινού πεδίου εως τα πρώτα δέντρα. Και τα κατάφεραν. Παρά μερικές απώλειες προσωπικού το Α/Α περιήλθε επιτέλους στα χέρια τους μαζί με το άρμα.


Το γεγονός αυτό, προκάλεσε τεράστιο σοκ και ενδιαφέρον για τη Δύση και τις ΗΠΑ ειδικότερα, προκειμένου να μάθουν τις ικανότητες του συστήματος, τις αδυναμίες του και καθετί έως τότε απόρρητο. Στο αποκορύφωμα του ψυχρού πολέμου κανείς στη Δύση δεν είχε βρεθεί κοντά σε έναν από αυτο, αποτελούσε ένα σοβιετικό πυραυλικό σύστημα «Άκρως Απόρρητο» εκείνη την εποχή και η ικανότητά του ένα ομιχλώδες μυστήριο για τις δυτικές δυνάμεις.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2022

Επιχείρηση «Fall Weiß», 20 Ιανουαρίου με 9 Μαρτίου 1943 (Επιχείρηση «Λευκό»). Ο Τίτο «ματώνει» αλλά διαφεύγει.

Το αντάρτικο στη Γιουγκοσλαβία ήταν  εξαιρετικά σκληρό και αιματηρό και για τις δύο πλευρές. Για να γίνει αντιληπτό αυτό,αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στις εμπλεκόμενες δυνάμεις σε κάθε εκκαθαριστική επιχείρηση. «Οι πολεμικές επιχειρήσεις.. έχουν χάσει τον χαρακτήρα του ανταρτοπόλεμου», είπε λίγο πιο μετά, στις 1/11/43 ο Διοικητής των ΝΑ, Στρατάρχης φον Βάις.

 Συγκεκριμένα, μόνο για τη «Fall Weiß» ο Άξονας ενέπλεξε 90.000 άνδρες από 10 Μεραρχίες και 12 μοίρες της αεροπορίας. Σε αυτές πρέπει να προστεθούν και 12 με 15 χιλιάδες Τσέτνικς προκειμένου να «ελευθερώσουν τη σερβική γη από την κομμουνιστική τρομοκρατία».

Παρτιζάνοι της 2ης Δαλματικής Ταξιαρχίας σε μια ανάπαυλα των μαχών.


Οι Γερμανικές μεραρχίες, η 7η Ορεινή SS «Πρίγκηπας Ευγένιος», η 714η και 717η (πρώην Κυνηγών) μαζί με την κροατική 369η και τις ιταλικές «Λομβαρδία», «Ρε», «Σάσσαρι» επιτέθηκαν από διαφορετικά σημεία με ΑΝΣΚ την περικύκλωση των 11 υποστελεχωμένων μεραρχιών των παρτιζάνων που αριθμούσαν περίπου 45.000. Οι τελευταίοι αντιστάθηκαν πεισματικά και με επιτυχία εκτελώντας νυχτερινές αντεπιθέσεις υπό τον φόβο της εχθρικής αεροπορίας. Μάλιστα στις 25 Ιανουαρίου, 2 τάγματα των παρτιζάνων στο Σάνσκι Μοστ διέλυσαν ένα τμήμα της 717ης, κυρίως Κροατών Ουστάσι, παίρνοντας μεταξύ άλλων 10 πολυβόλα και 5 πυροβόλα . Νέες επιθέσεις στις 28 και 29/1 είχαν την ίδια τύχη και μάλιστα σκοτώθηκε και ο διοικητής του 202ου Τάγματος Αρμάτων. Τελικά η 7η SS υπερνικησε τις άμυνες των κομμουνιστών Γιουγκοσλάβων και με αργό αλλά σταθερό ρυθμό συνέχισε την προέλαση μέχρι το Πέτροβακ όταν και η λαβίδα είχε κλείσει. Στην επίθεση στο Γκρμέτς παρτιζάνοι και άμαχοι που επέλεξαν την έξοδο υπέστησαν τρομερές απώλειες. Έως τότε οι Γερμανοί είχαν 877 νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους ενώ μικρές ήταν αυτές των Κροατών και Ιταλών. Οι παρτιζάνοι είχαν πολλαπλάσιες ,άνω των 4.000 νεκρών καθώς ο αριθμός των 6.561 που δίνουν οι Γερμανοί εμπεριέχει και αμάχους ή συμπαθούντες.

Άνδρες της Μεραρχίας SS «Πρίγκηπας Ευγένιος» εκπαιδεύονται στον ορεινό αγώνα (στα αριστερά: SS-Sturmbannführer Richard Kaaserer, διοικητής τάγματος). Οι στρατιώτες αυτής της μεραρχίας, που ήταν ως επί το πλείστον απλοί αγρότες, πέρασαν από μια ασυνήθιστα μακρά και δύσκολη εκπαίδευση πριν ετοιμαστούν για τον εξαιρετικά απαιτητικό ανταρτοπόλεμο. Το σύνθημα που ειχαν οι άνδρες κατά τη διάρκεια της σχεδόν εννιάμηνης εκπαίδευσής τους ήταν «καλύτερα να ιδρώσεις παρά να ματώσεις».


Ο Τίτο βλέποντας το κρίσιμο της κατάστασης, εξαπέλυσε τη δική του αντεπίθεση στις 9 με 10 Φεβρουαρίου απέναντι στους έτερους συμμάχους των Γερμανών. Η 2η «Μεραρχία Προλετάριων» νίκησε εύκολα τις κροάτικες φρουρές στο Ποσούτζιε και Ιμότσκι και στις 15 εξαΰλωσε το 1ο Τάγμα της ιταλικής Μεραρχίας Μούρτζε που είχε 406 νεκρούς και αιχμαλώτους,μαζί με τον διοικητή τους και όλο τον εξοπλισμό μεταξύ αυτών και 13 άρματα. Οι παρτιζάνοι της 3ης Μεραρχίας υπερνικησαν τους Ιταλούς ξανά,με τη δεύτερη προσπάθεια,στο Προζόρ που είχαν 340 νεκρούς και αιχμαλώτους και άλλους 190 στις 20/2, ενώ με την πτώση της Τζαμπλάνιτσα πήραν άλλους 270 και εκτέλεσαν τον διοικητή Μαλαντονίο αφού ειπώθηκε ότι συμμετείχε στον Ισπανικό Εμφύλιο. Μονάχα η εμφάνιση γερμανικών ενισχύσεων σταθεροποίησε το μέτωπο και εξεδίωξε τους Γιουγκοσλαβους από αρκετά σημεία. Με την είσοδο της 718ης Κυνηγών,οι Γερμανοί αναλώθηκαν σε μια αιματηρή σειρά συγκρούσεων 10 ημερών στην οποία επικράτησαν πλήρως αναγκάζοντας τον διοικητή της 1ης Ταξιαρχίας Προλετάριων, που υπέστη τρομερή αιμορραγία, να αναφέρει στον Τίτο την αποτυχία και τον κίνδυνο κατάρρευσης.

Τσέτνικς μαζί με Ιταλούς στρατιώτες στη Τζαμπλάνιτσα.


Με την ιταλική Μεραρχία Μούρτζε διαλυμένη (2.300 απώλειες) και με κατώτατο ηθικό ,κρίθηκε αναγκαία η αποστολή 3.000 Τσέτνικς για την άμυνα της πόλης Κονιτς. Η παρουσία τους ήταν όντως αναγκαία. Οι παρτιζάνοι της 3ης Μεραρχίας έπεσαν με ορμή στις 22,23 και 24/2 αλλά απωθήθηκαν κάτι που αναγνώρισαν οι Γερμανοί λέγοντας για τη σημαντική «βοηθεια των γενναίων Τσέτνικς». Όμως εκείνη τη στιγμή, ο Τίτο είδε με τρόμο την 717η να εμφανίζεται στο Προζόρ επιδιώκοντας την κατάρρευση όλου του δυτικού μετώπου.

Με ΑΝΣΚ την κατάληψη του Λίβν οι Γερμανοί ξεκινησαν την επιχείρηση «Λευκό 2» και πίεζαν πλέον ασταμάτητα τους παρτιζάνους εν μέσω βαρύ χειμώνα. Οι τελευταίοι υποχωρούσαν συνεχώς προσπαθώντας να επιβιώσουν εγκαταλείποντας τις πόλεις τη μια μετά την άλλη, και το Λίβν έπεσε στις 5 Μαρτίου. Εντωμεταξυ, ο Τίτο και το αρχηγείο του είχαν βρεθεί σε απίστευτα δεινή θέση, αφού πλέον δεν είχαν διέξοδο. Από τη μια οι Γερμανοί φαίνονταν ασταμάτητοι στα ορεινά περάσματα του Προζόρ ,από την άλλη οι επιθέσεις στο Κόνιτς είχαν πέσει πάνω στους σκληροτράχηλους Τσέτνικς και ήταν σε τέλμα. Τελικά,πήρε την κατάσταση και την ευθύνη πάνω του. Διέταξε αλλαγή της επίθεσης πάνω στους ορμώμενους Γερμανούς του Προζόρ. Εκεί, στις 2 Μαρτίου εκτυλίχθηκαν απίστευτες σκηνές στις πλαγιές του όρους Ραντούσα. Κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες και με βαρύτατες απώλειες, οι παρτιζάνοι ανάγκασαν τους Γερμανούς σε υποχώρηση. Λόχοι των παρτιζάνων είχαν μείνει με 8 μόλις άνδρες , ενώ δεκάδες ήταν οι κρυοπαγημενοι, αλλά η πίεση δεν σταμάτησε και τις δύο επόμενες ημέρες, όταν και αιχμαλώτισαν τον Ταγματάρχη Στρέκερ, κάτι που οδήγησε στις «διαπραγματεύσεις του Μαρτίου».


Χάρτης των επιχειρήσεων «Fall Weiß», 20 Ιανουαρίου με 9 Μαρτίου 1943 (Επιχείρηση «Λευκό»). Στην γιουγκοσλαβική ιστοριογραφία αναφέρεται ως «Τέταρτη εχθρική επίθεση ».


Τοτε , προς έκπληξη όλων ,ο Τίτο κάνει ξανά στροφή 180 μοιρών και επιτίθεται άλλη μια φορά στη Τζαμπλάνιτσα αιφνιδιάζοντας τους Τσέτνικς. Το σχέδιο ήταν « να πάρει μια ανάσα» από τη μια πλευρά και κατόπιν να επιτεθεί ξανά στην έτερη όσο πιο γρήγορα γινόταν. Όλο το καταληφθεν βαρύ υλικό και τα άρματα ρίχτηκαν στον ποταμό Νερέτβα. Για μια ακόμα φορά ο Τίτο βασίστηκε στην παραπλάνηση. Ανατίναξε όλες τις γέφυρες του ποταμού δίνοντας την εντύπωση ότι θα έφευγε βόρεια μόλις οι εναέριες δυνάμεις των Γερμανών έβλεπαν την καταστροφή ,κάτι που έγινε και κατόπιν επιδιόρθωσαν πρόχειρα και ταχύτατα τις γέφυρες ,αιφνιδίασαν τους λιγοστούς Τσέτνικς και διέφυγαν κάτω από το συνεχές σφυροκόπημα της Λουφτβάφε αλλά μέσα από τα ορεινά και δασώδη περάσματα.

Το αποτέλεσμα ήταν μια στρατηγική νίκη για τον Γιόσιπ Μπροζ Τίτο που κατάφερε να διαφύγει από τη θανάσιμη παγίδα. Το τίμημα όμως ήταν τρομερό. Περίπου 12.500 παρτιζάνοι ήταν νεκροί, άλλοι 2.506 αιχμάλωτοι και άγνωστος ο αριθμός τραυματιών. Στον αντίποδα ο τακτικά νικητής Άξονας είχε υποστεί συνολικά 6.500 με 8.500 άνδρες σε νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους. Από αυτούς 1.900 με 2.400 ήταν Γερμανοί, 2.600 περίπου των Ιταλών , 600 των Κροατών και 2 με 3 χιλιάδες των Τσέτνικς.

Άνδρες της 118ης Ελαφράς Μεραρχίας Πεζικού, που από τον Απρίλιο του 1943 θα γινόταν Κυνηγών, κατά τη διάρκεια των μαχών στη Γιουγκοσλαβία.

Χαλάστρας Κωνσταντίνος


Τρίτη 23 Αυγούστου 2022

Ιωάννης Αγοραστός Πλαγής, ένας Έλληνας άσσος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στη RAF.

Ο Ιωάννης Αγοραστός Πλαγής ήταν Έλληνας άσσος, με καταγωγή από την Μυτιλήνη, που πολέμησε στις τάξεις της Βασιλικής Βρετανικής Αεροπορίας (RAF). Ολοκλήρωσε τον πόλεμο με συνολικό αριθμό καταρριψεων 16 εχθρικών αεροσκαφών που επιβεβαιώθηκαν ότι καταστράφηκαν (συμπεριλαμβανομένων δύο κοινών νίκων που υπολογίστηκαν ως μισή νίκη στον καθένα), 2 πιθανών κοινών καταρριψεων, την πρόκληση ζημιών σε 6 και σε 1 από κοινού. Αυτό το γεγονός αποτελεί και τον υψηλότερο αριθμό καταρριψεων από τους άσσους της Ροδεσίας στον πόλεμο καθώς και τον κορυφαίο άσσο πιλότο ελληνικής καταγωγής. Ήταν ένας από τους πιο παρασημοφορημενους στρατιώτες της Ροδεσίας κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Ο Έλληνας άσσος σε
επιχρωματισμένη φωτογραφία από τον κ. Μάρκο Δανέζη:
Πηγή :https://www.greeks-in-foreign-cockpits.com/2018/01/.



Γιος Ελλήνων μεταναστών στη Ροδεσία , έγινε δεκτός για στρατολόγηση μόνο μετά την ένταξη της Ελλάδας στους Συμμάχους στα τέλη του 1940. Η πρώτη μεγάλη επιχείρησή του ήταν η Επιχείρηση Spotter , η πρώτη από τις πολλές βρετανικές προσπάθειες για την ενίσχυση του πολιορκημένου νησιού της Μάλτας ενόψει των γερμανικών και ιταλικών επιθέσεων, εντασσομενος στη 249η Μοίρα. Η Μάλτα αποτελούσε αναμφίβολα ζωτικής και στρατηγικής σημασίας σημείο και η άμυνά της έδειχνε όλο και πιο επισφαλής τον Μάρτιο του 1942.


Ο Πλαγής κατέρριψε το πρώτο εχθρικό αεροσκάφος στις 25 Μαρτίου 1942 και την 1η Απριλίου πέτυχε τέσσερις ακόμη σε ένα μόνο απόγευμα, με αποτέλεσμα να γίνει ο πρώτος άσσος με Spitfire Mk Vb στη διάρκεια της πολιορκίας της Μάλτας. Η πτώση τεσσάρων εχθρών του σε λίγες ώρες κέρδισε πλήθος από επαίνους από ανώτερους και δημοσιογράφους που συνέβαλε στην αυξανόμενη φήμη του ως ενός επιθετικού αλλά επιδέξιου πιλότου μάχης. Του απονεμήθηκε ο Διακεκριμένος Σταυρός Πτήσεων (DFC) την 1η Μαΐου 1942, αναφέροντας ότι «είχε καταστρέψει 4 και πιθανώς κατέστρεψε άλλα 3 εχθρικά αεροσκάφη» . Στις 6 Ιουνίου του ίδιου έτους σε μια ανάσχεση 40 βομβαρδιστικών χρεώνεται με 2 νέες καταρρίψεις ενώ του αναγνωρίζονται και άλλες 4 πιθανές. Ακολουθεί προσθήκη της Διεμβολής στο προηγούμενο παράσημο και μετάθεση στη Μοίρα 185. Στο κείμενο απονομής αναφέρεται ότι «...Το παράδειγμα για την γενναιότητά του θεωρείται αξεπέραστο έως σήμερα...». Τις περισσότερες καταρρίψεις του, συνολικά 13 στη Μάλτα, έχει πετύχει με το αεροπλάνο του Β, BR321, με το όνομα της αδελφής του Καίτης, σαν ΚΑΥ (αγγλική συντόμευση του ΚΑΙΤΗ).



Φτάνοντας στην Αγγλία, βρέθηκε να πάσχει από υποσιτισμό , ψώρα και σωματική και ψυχική κόπωση. Ανάρρωσε για λίγο σε ένα γηροκομείο και στη συνέχεια πέρασε ένα χρόνο ως εκπαιδευτής. Προήχθη σε δόκιμο ιπτάμενο αξιωματικό την 1η Οκτωβρίου 1942 και επέστρεψε στη δράση τον Σεπτέμβριο του 1943 με την 64η Μοίρα επιχειρώντας στη βόρεια Γαλλία. Ένα Messerschmitt 109 Bf πάνω από τη Γαλλία στις 24 Σεπτεμβρίου 1943 και ένα Focke-Wulf Fw 190 στις 23 Νοεμβρίου ήταν τα επόμενα θύματα του Έλληνα άσσου που έλαβε επίσημα το βαθμό του υπολοχαγού στις 8 Δεκεμβρίου 1943. Όντας επικεφαλής της 126ης Μοίρας σε επιδρομές στη Νορμανδία κατά τη διάρκεια της Συμμαχικής εισβολής, ο Πλάγης συμμετείχε σε πολλές από τις επιθέσεις σε γερμανικές θέσεις στη βόρεια Γαλλία και στις Κάτω Χώρες που ακολούθησαν τους επόμενους μήνες. Τραυματιστηκε πάνω από τον Άρνεμ στην Ολλανδία κατά τη διάρκεια της λειτουργίας Market Garden τον Σεπτέμβριο του 1944, γρήγορα επέστρεψε στη δράση και στις 3 Νοεμβρίου του απονεμήθηκε για τις διακεκριμένες ενέργειές του το Distinguished Service Order (DSO). Μέχρι τον Ιανουάριο του 1945 συμμετείχε σε αποστολές συνοδείας των συμμαχικών βομβαρδιστικών στην ασθμαινουσα Γερμανία.

Ο Ιωάννης Πλαγής κατά την επιστροφή του στο Ηνωμένο
Βασίλειο από τη Μάλτα, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του
11 καταρρίψεις.


Μετά τον Β'Παγκόσμιο Πόλεμο, ως ο πλέον διακεκριμένος Ροδεσιανός πλέον πολίτης (πήρε τότε την υπηκοότητα) του γίνεται η τιμή στην τότε πρωτεύουσα Σώλσμπερυ να ονομασθεί λεωφόρος με το όνομά του και αναγνωρίζεται ως Ροδεσιανός ήρωας. Επιστρεφοντας στη Ροδεσία, ανοίγει δικιά του επιχείρηση, ενώ το 1969 εργαζόταν στο γραφείο του Ροδεσιανού Πρωθυπουργού Ίαν Σμιθ (ο ίδιος πιλότος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, επίσης με Spitfire), με ευθύνη για τη γραπτή αλληλογραφία του πρωθυπουργού. Αυτοκτόνησε το 1974 στη Λήμνο και σύμφωνα με έναν συγγραφέα, τον Λώρεν Τζον, δεν προσαρμόστηκε ποτέ πραγματικά στον πολιτικό κόσμο.. Άφησε πίσω του τέσσερα παιδιά που ζουν σήμερα στην Νότια Αφρική, 3 γιους, τον Ιάσονα, τον Μιχάλη και τον Γιάννη και μια κόρη την Τζιλ – Αγγέλα.


Ευχαριστίες στον κ. Δημήτρη Βασιλόπουλο ο οποίος έχει κάνει εκτενέστατη και ακριβής μελέτη για τους Έλληνες πιλότους που υπηρέτησαν υπό τις σημαίες τρίτων χωρών 

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

21η Ορεινή Μεραρχία Waffen SS «Σκεντέρμπεης» (1η Αλβανική), ίσως η πιο αποτυχημένη στρατιωτική μονάδα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Αρχικά, η στρατολόγηση Αλβανών στρατιωτών για τις γερμανικές μονάδες απαγορεύτηκε με πρωτοβουλία του «Κοινωνικού Εκπροσώπου» του Υπουργείου Εξωτερικών, Χέρμαν Νόιμπαχερ, προκειμένου να διατηρηθεί η εμφάνιση της αλβανικής ανεξαρτησίας. Εντούτοις, οι υπηρεσιακές ανάγκες οδήγησαν τον Χίμλερ να δώσει το πράσινο φως για τη σύσταση της μονάδας. 

Λόγω της κάκιστης ποιότητάς τους , τελικά μετά από επιλογή από πλήθος εθελοντών, των οποίων τα βασικά κίνητρα θεωρούσαν ότι ήταν το πλιάτσικο, στελέχωσαν τη μονάδα περίπου 6.500 άνδρες- από ένα αρχικό σώμα 11.000 περίπου εθελοντών. Αυτή τελικά ήταν έτοιμη από την 1η Μαΐου 1944 ως τμήμα του 21ου Σώματος Αλπινιστών. Οι άνδρες θα ήταν υπεύθυνοι για την τάξη και ασφάλεια στο Κοσσυφοπέδιο, συμπεριλαμβανομένων των οδικών αξόνων, των σημείων σημαντικού οικονομικού ενδιαφέροντος, όπως τα μεταλλεία χρωμίου στο Κούκες και της Ντακόβιτσα , καθώς και την ανάληψη επιθετικής δράσης εναντίον Γιουγκοσλάβων παρτιζάνων που δρούσαν στην περιοχή. Η μεραρχία, μαζί με τους Γερμανούς επικεφαλής και μερικούς βετεράνους, είχε συνολικά λίγο περισσότερους από 8.500 στρατιώτες και χωρίστηκε σε δύο συντάγματα πεζικού , ένα σύνταγμα πυροβολικού , ένα τάγμα αναγνώρισης , ένα τάγμα πληροφοριών , ένα τάγμα καταστροφέων αρμάτων μάχης και ένα τάγμα μηχανικών. Οι Αλβανοί νεοσύλλεκτοι ήταν κυρίως από το Κοσσυφοπέδιο και ήταν όλοι μουσουλμάνοι.




Όλο τον μήνα Μάιο οι Αλβανοί επιδόθηκαν σε εκτελέσεις αμάχων Σέρβων αλλά και Αλβανών ακόμα, ξεφεύγοντας από κάθε έλεγχο αναγκάζοντας μάλιστα τους Γερμανούς να επιβάλλουν αυστηρά μέτρα και να στείλουν έναν διοικητή τους στη φυλακή. Σε μια έκθεσή του προς τον Χίμλερ, ο Josef Fitzthum* ανέφερε ότι « στους υφιστάμενους αλβανικούς σχηματισμούς, καμία αλλαγή στο μέλλον δεν μπορεί να αναμένεται να επιφέρει ακόμη και μέσω ενδελεχούς εκπαίδευσης. Δεν θα γίνουν ποτέ σοβαρά και ικανά στρατεύματα.» Οι αξιωματικοί δε ήταν «..εντελώς διεφθαρμένοι, άχρηστοι, απείθαρχοι και μη εκπαιδευόμενοι» φτάνοντάς τον στο σημείο να διαλύσει 4 ολόκληρα τάγματα μετά τις οικτρές αποτυχίες έναντι των παρτιζάνων τον Μάιο του 1944.

Συμμετείχαν στις επιχειρήσεις Endlich και Falkenauge τον Ιούνιο/Ιούλιο 1944. Κατά την επιχείρηση «Draufgänger», 18 Ιουλίου έως 1 Αυγούστου 1944, είχαν κάκιστη απόδοση, έσπασαν γρήγορα τις γραμμές τους και είχαν πάνω από 400 λιποτάκτες έως το τέλος οδηγώντας τις δυνάμεις του Άξονα σε ήττα αφού παράτησαν κυριολεκτικά ένα περικυκλωμένο γερμανικό τμήμα. Η μόνη «αξιόλογη» δράση τους αφορούσε την εκτέλεση 428 αμάχων, κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι, στη Βέλικα του Μαυροβουνίου στις 28 Ιουλίου.

Μετά από αυτά τα γεγονότα οι Γερμανοί περιόρισαν τα καθήκοντα των ανδρών αυστηρά σε καθήκοντα φρούρησης στο Κόσοβο στα μεταλλεία χρωμίου. Οι Παρτιζάνοι εντέλει τους παρέσυραν προκαλώντας τους πάνω από 1.000 απώλειες ενώ τεράστιο ήταν το φαινόμενο της λιποταξίας. Η αναφορά της «Ομάδας Στρατιών Ε» ήταν χαρακτηριστική για αυτήν την μονάδα : «Δεν έχει καμία απολύτως στρατιωτική αξία». 

Επιχείρηση «Daredevil». Δύο στρατιώτες της Μεραρχίας SS «Σκεντέρμπεης»
σε συνομιλία με έναν συμπολεμιστή τους(μάλλον Γερμανό) στο πέρασμα Čakor.
Το θέμα της συζήτησης είναι προφανώς το μπρίκι που κρέμεται από το τυφέκιο
 του φαντάρου . Κείμενο: Ivan Ž. Φωτογράφος: Ernst A. Zwilling,
Τάγμα πολεμικού ανταποκριτή της Πολεμικής Αεροπορίας ΝΑ.
 Ημερομηνία: Ιούλιος 1944. Τοποθεσία: Čakor Pass (περιοχή Andrijevica),
Γιουγκοσλαβία. Αρχική λεζάντα: άγνωστο. Πηγή αρχείου: ECPAD, LFT SO F2677 L20
.


Δεν είχαν απομείνει πλέον πάνω από 500 Αλβανοί και ο επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών Ε,Alexander Löhr, διέταξε τη διάλυση της μονάδας και τον αφοπλισμό της που ολοκληρώθηκε την 1η Νοεμβρίου 1944 ολοκληρώνοντας τη σύντομη πορεία της. Ο Κρίστοφερ Άιλσμπυ και ο Μπάτλερ Ρούπερτ** συμφωνούν ότι η μεραρχία θεωρείται ως μια πλήρως στρατιωτική αποτυχία και κανένα μέλος της δεν τιμήθηκε ποτέ με τον Σιδηρούν Σταυρό όσο υπηρετούσε σε αυτήν. Η δρ. Franziska A. Zaugg, συγγραφέας μονογραφίας για τις αλβανικές μονάδες SS***αναφέρει ότι από τη γερμανική πλευρά υπήρχε μια ρομαντική εξιδανικευτική εικόνα των Αλβανών ως μαχητή που αψηφά τον θάνατο, που δημιουργήθηκε από λαϊκούς επιστήμονες και τα μυθιστορήματα του Karl May , η οποία φυσικά αντιστράφηκε στην πορεία του πολέμου: εκεί, οι Αλβανοί θεωρούνταν από τους Γερμανούς ως απείθαρχοι, φυγόστρατοι και πλιατσικολόγοι.

*Ειδικός Εκπρόσωπος του Reichsführer-SS στην Αλβανία και υπεύθυνος για την οργάνωση, στελέχωση και εκπαίδευση των Αλβανών.

**Ailsby, Christopher,«Hitler's Renegades: Foreign Nationals in the Service of the Third Reich» και Butler, Rupert « SS-Leibstandarte: The History of the First SS Division 1933–45.»

***Franziska A. Zaugg, «Albanische Muslime in der Waffen-SS: Von Großalbanien zur Division „Skanderbeg». Verlag Ferdinand Schöningh, Paderborn, 2016.